Archive for the 'Παχυσαρκία' Category

Ένα στα δύο παιδιά έχει πρόβλημα παχυσαρκίας

Αρνητική πρωτιά στην παιδική παχυσαρκία έχει η Ελλάδα στην Ευρώπη, σύμφωνα με νέα έρευνα που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Ένα στα δύο Ελληνόπουλα έχει πρόβλημα βάρους, όπως προέκυψε από την έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε μαθητές και μαθήτριες ηλικίας 10-12 ετών από επτά διαφορετικές χώρες. Περίπου το 20% των Ελλήνων αυτής της ηλικίας έχει πρόβλημα παχυσαρκίας, ενώ ένα 30% επιπλέον είναι υπέρβαρο.

Στον αντίποδα βρίσκονται τα παιδιά από τη Νορβηγία όπου μόλις το 4% είναι παχύσαρκα, ενώ υπέρβαρα είναι το 15%.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, τα κορίτσια τείνουν να προσέχουν περισσότερο το βάρος τους από τα αγόρια, αν και αθλούνται λιγότερο. Τα αγόρια από την πλευρά τους αφιερώνουν περισσότερο χρόνο μπροστά στην τηλεόραση και καταναλώνουν μεγαλύτερες ποσότητες αναψυκτικών.

Τα αίτια που κρύβονται πίσω από αυτές τις διαφορές ανάμεσα στα δυο φύλα δεν είναι σαφή από επιστημονικής άποψης. Όπως δεν είναι σαφές γιατί τα ελληνόπουλα αθλούνται λιγότερο από τους ευρωπαίους συνομηλίκους τους.

Πάντως, οι Ούγγροι αυτής της ηλικίας κατέχουν το ρεκόρ τηλεθέασης, οι Βέλγοι κοιμούνται περισσότερο απ’ όλους και οι Ολλανδοί καταναλώνουν τα περισσότερα αναψυκτικά.

Η παιδική παχυσαρκία στην Ευρώπη φαίνεται να έχει σπάσει κάθε ρεκόρ αφού δέκα στα εκατό παιδιά είναι παχύσαρκα και άλλα είκοσι στα εκατό είναι υπέρβαρα.

Οι ειδικοί διαπίστωσαν, επίσης, ότι τα παιδιά των οποίων οι γονείς έχουν υψηλό μορφωτικό επίπεδο τείνουν να είναι πιο αδύνατα. Και από αυτόν τον κανόνα, ωστόσο, εξαιρείται η Ελλάδα – μαζί με την Ισπανία.

Οι ειδικοί αποδίδουν τις διαφορές βάρους στη διατροφική κουλτούρα και τις γαστρονομικές συνήθειες που διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Επισημαίνουν, πάντως, ότι τα παιδιά όλων των χωρών έχουν κάτι κοινό: είναι εκτεθειμένα σε πολλούς πειρασμούς που στρώνουν το δρόμο προς την παχυσαρκία.

Η παιδική παχυσαρκία είναι ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα υγείας που μαστίζουν τον δυτικό κόσμο σήμερα. Το πρόβλημα έχει λάβει παγκόσμιες διαστάσεις και δυστυχώς σταθερά αυξάνεται τα τελευταία χρόνια. Παγκοσμίως, το 2010, ο αριθμός των υπέρβαρων παιδιών κάτω από την ηλικία των 5 , έχει υπολογισθεί στα 42.000.000.

Τα υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά έχουν σοβαρή πιθανότητα να παραμείνουν υπέρβαρα ή παχύσαρκα και στην ενήλικη ζωή τους, καθώς και να αναπτύξουν χρόνια μη μεταδιδόμενα νοσήματα, όπως σακχαρώδη διαβήτη Τύπου 2 και καρδιαγγειακά νοσήματα σε νεαρή ηλικία.

Γνωρίζουμε πολύ καλά πλέον, ότι η παχυσαρκία και το υπερβάλλον σωματικό βάρος, όπως και οι επιπλοκές τους, μπορούν να προληφθούν σε μεγάλο βαθμό, μέσω της υιοθέτησης σωστών διατροφικών συνηθειών αλλά και αλλαγή του τρόπου ζωής.

Σύμφωνα με μία έρευνα που έγινε στην Αγγλία, τα παιδάκια που πήγαιναν στο σχολείο με τα πόδια, είχαν χαμηλότερο δείκτη μάζα σώματος και χαμηλότερο ποσοστό σωματικού λίπους συγκριτικά με τα παιδάκια που πήγαιναν στο σχολείο με το σχολικό.

Δυστυχώς μόνο 1 στους 5 μαθητές στη χώρα μας γυμνάζεται καθημερινά, ενώ τα περισσότερα παιδιά περνούν ακόμη και 6 ώρες μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή ή της τηλεόρασης. Τα δεδομένα αυτά δυστυχώς οδηγούν στο αυξημένο ποσοστό υπέρβαρων παιδιών και στη χώρα μας.

Τι μπορούμε να κάνουμε;

Η μειωμένη φυσική δραστηριότητα των παιδιών έχει καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση παχυσαρκίας. Γνωρίζουμε μέσα από πληθώρα επιστημονικών δεδομένων, ότι η φυσική δραστηριότητα πρέπει να είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας σε ενήλικες και παιδιά. Στον παιδικό πληθυσμό, η σωματική κίνηση θα διαμορφώσει, εκτός από ένα ωραίο και υγιές σώμα, και το lifestyle, στη μετέπειτα ενήλικη ζωή.

Όπως ακριβώς, από την παιδική ηλικία μπαίνουν τα ισχυρά θεμέλια για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του παιδιού, έτσι ακριβώς υιοθετούνται οι διατροφικές συνήθειες και παράλληλα εγκαθιδρύεται η τακτική συνήθεια της άσκησης.

Η καθημερινή ενασχόληση με κάποια φυσική δραστηριότητα, επηρεάζει το σωματικό βάρος του παιδιού και αναμφισβήτητα αποτελεί έναν τρόπο πρόληψης της παιδικής παχυσαρκίας. Εκτός από τη μεταφορά στο σχολείο με τα πόδια, που δεν είναι πάντα εφικτή και πρακτική, θα πρέπει να δίνουμε στα παιδάκια τη δυνατότητα να γυμνάζονται με ποικίλους τρόπους.

Αυτό μπορεί να γίνει μέσω παιχνιδιών στη γειτονιά ή στο κοντινό πάρκο, ή μέσω της ενασχόλησης με ένα αγαπημένο άθλημα (π.χ. ποδόσφαιρο για τα αγόρια) ή ένα χόμπι (π.χ. χορός για τα κορίτσια) ή μέσω του παραδείγματος των γονιών (π.χ. αν οι γονείς πηγαίνουν τακτικά γυμναστήριο, το παιδί θα τους μιμηθεί).

Μέσω της άσκησης, το παιδί καίει περισσότερες θερμίδες, βελτιώνεται ο μεταβολικός του ρυθμός, ενώ παράλληλα αντιλαμβάνεται και τις σωματικές του ικανότητες. Ένα υπέρβαρο παιδάκι, το οποίο κάθεται μπροστά από τον υπολογιστή του για αρκετές ώρες και παίζει ηλεκτρονικά παιχνίδια, απλά μετακινώντας μόνο το ένα δάχτυλο του ενός χεριού, δεν θα αντιληφθεί ποτέ ότι έχει παραπανίσια κιλά και ότι σωματικά δεν έχει τις ίδιες δυνατότητες που ίσως έχουν άλλα παιδιά στην ίδια ηλικία.

Επιπροσθέτως, έχει επιβεβαιωθεί και επιστημονικά ότι στα παιδιά που γυμνάζονται, εκτός από το σωματικό βάρος, επηρεάζεται και η σχολική απόδοση. Σύμφωνα με μία έρευνα, που ανέλυσε συνολικά 59 μελέτες από το 1947 ως το 2009, υπάρχει σημαντική και θετική επίδραση της σωματικής δραστηριότητας στις γνωστικές και πνευματικές ικανότητες των παιδιών, με την αεροβική άσκηση να έχει μάλιστα τη μέγιστη επίδραση.

Βέβαια, εκτός από την άσκηση, χρειάζεται και κατάλληλη διατροφική αγωγή, ώστε να πετύχουμε το σωστό αποτέλεσμα. Τα οικογενειακά γεύματα, το σπιτικό φαγητό, τα πολλά φρούτα και λαχανικά και η μειωμένη κατανάλωση γλυκών και έτοιμων φαγητών είναι κάποιες από τις διατροφικές συνήθειες που οι μικροί μας φίλοι θα πρέπει να αποκτήσουν.

Ο συνδυασμός αυξημένης σωματικής δραστηριότητας μέσα από καθημερινές συνήθειες με την κατάλληλη διατροφή, είναι ο μοναδικός ασφαλής τρόπος ώστε να συμβάλλουμε στην πρόληψη, αλλά και στην αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας.

Και επειδή ένα μεγάλο ποσοστό υπέρβαρων και παχύσαρκων παιδιών θα συνεχίσουν να είναι υπέρβαρα, βρίσκονται σε σοβαρό κίνδυνο για πρόωρη εμφάνιση του μεταβολικού συνδρόμου, καρδιαγγειακών παθήσεων, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, κοινωνικών – ψυχολογικών προβλημάτων, απαιτούνται κοινές προσπάθειες από την πολιτεία, την οικογένεια και τους εκπαιδευτικούς, ώστε να αντιστραφεί η τρέχουσα τροχιά της αύξησης της παχυσαρκίας.

Πηγή: mednutrition.gr

«Ένοχη» η αύξηση βάρους κατά την κύηση

Γιατί παχαίνουμε; Ολοένα περισσότερα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η παχυσαρκία αρχίζει στη μήτρα. Η περιττή αύξηση βάρους στην εγκυμοσύνη, όπως αποκαλύπτουν νέα ευρήματα, μπορεί να οδηγήσουν σε μωρά με προδιάθεση να γίνουν υπέρβαρα παιδιά.

Το Ιδρυμα Ιατρικής (ΙΟΜ), ο κλάδος Υγείας της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών (NAS) των ΗΠΑ, ανέφερε πέρυσι ότι περισσότερες από μία στις τρεις φυσιολογικού βάρους γυναίκες και περισσότερες από μία στις δύο υπέρβαρες και παχύσαρκες παίρνουν πιο πολλά κιλά απ’ όσο πρέπει όταν είναι έγκυοι. Συνολικά, λιγότερο από το 40% των γυναικών παίρνει το συνιστώμενο βάρος, οι άλλες το παρακάνουν.

Αν και τα γονίδια παίζουν ρόλο στο σωματικό βάρος μερικών ανθρώπων, πρόσφατες μελέτες υποδηλώνουν ότι η γενετική δεν είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο γεννιούνται ολοένα και περισσότερα μεγαλόσωμα μωρά. Αντιθέτως, ευθύνεται η αύξηση του βάρους της μητέρας κατά την κύηση, αλλά και το γεγονός ότι οι γυναίκες είναι πιο παχιές απ’ ό,τι κατά το παρελθόν, οπότε αρχίζουν την εγκυμοσύνη τους με περισσότερα κιλά.

Η νεότερη από τις σχετικές μελέτες πραγματοποιήθηκε από τη δρα Τζάνετ Κάρεϊ, από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια, και τον δρα Ντέιβιντ Σ. Λούντβιχ από το Νοσοκομείο Παίδων της Βοστώνης. Οπως έδειξε, υπήρχε ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στο βάρος της μητέρας και το βάρος του μωρού κατά τη γέννα. Οσες πήραν περισσότερα από 24 κιλά κυοφορώντας έως το τέλος ένα μωρό, είχαν διπλάσιες πιθανότητες να αποκτήσουν μωρά βάρους 4 ή περισσότερων κιλών, σε σύγκριση με τις εγκύους που είχαν πάρει 8-10 κιλά. Για κάθε 1 κιλό επιπλέον που έπαιρνε η έγκυος, το βάρος του μωρού αυξανόταν κατά 7,35 γραμμάρια.

Επειδή το βάρος γέννησης αποτελεί προάγγελο του βάρους αργότερα στη ζωή, «τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν πως η περιττή αύξηση βάρους κατά την κύηση μπορεί να αυξάνει τον κίνδυνο παχυσαρκίας στους απογόνους της», έγραψαν οι ερευνητές στην επιθεώρηση «The Lancet».

Σε ένα σχόλιό τους στην ίδια επιθεώρηση, οι δρες Νιλ Χάλφον και Μάικλ Σ. Λιου, από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Αντζελες, παραθέτουν στοιχεία από μια άλλη μελέτη, που πραγματοποιήθηκε στη Βρετανία. Οπως έδειξε, στην ηλικία των 9 ετών τα παιδιά γυναικών που είχαν παχύνει πολύ κατά την εγκυμοσύνη ζύγιζαν περισσότερο και είχαν επίσης περισσότερες πιθανότητες να είναι υπέρβαρα, να διαθέτουν αρκετούς παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου (λ.χ. αυξημένη πίεση και χαμηλή «καλή» ή HDL χοληστερόλη) και να έχουν αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα.

Η μελέτη αυτή δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Circulation» τον περασμένο Ιούνιο και έδειξε ακόμη πως το βάρος της μητέρας πριν μείνει έγκυος είναι ισχυρός προάγγελος εμφάνισης προβλημάτων βάρους και μεταβολισμού στο παιδί της.

Οι συστάσεις
Το Ίδρυμα Ιατρικής εξέδωσε πέρυσι αναθεωρημένες συστάσεις για την αύξηση βάρους κατά την κύηση, που εξαρτώνται από το βάρος της γυναίκας πριν από την σύλληψη. Σύμφωνα με αυτές:

Μια πολύ αδύνατη γυναίκα (ΔΜΣ 18,5 ή χαμηλότερος) μπορεί να πάρει 12,6 έως 18 κιλά.
Μια γυναίκα φυσιολογικού βάρους (ΔΜΣ 18,6 έως 24,9) μπορεί να πάρει 11 έως 15,8 κιλά.
Μια υπέρβαρη γυναίκα (ΔΜΣ 25 έως 29,9) μπορεί να πάρει 7 έως 11 κιλά n Μια παχύσαρκη γυναίκα (ΔΜΣ 30 ή μεγαλύτερο) μπορεί να πάρει 5 έως 9 κιλά.

Οι αυξήσεις αυτές αφορούν κυοφορία ενός εμβρύου, επισημαίνει το Ίδρυμα.

Πηγή: mednutrition

Η σωματική δραστηριότητα αποτελεί μια πρόκληση!

Η εικόνα ενός παιδιού να παίζει στην παιδική χαρά σας φαντάζει πολύ φυσιολογική, πόσο αληθινή είναι όμως; Η κίνηση αποτελεί μια φυσική τάση των παιδιών και μάλιστα όσο πιο μικρά σε ηλικία τόσο πιο αυθόρμητα την εκφράζουν.

Μεγαλώνοντας ωστόσο η σωματική δραστηριότητα αποτελεί μια πρόκληση εφόσον φαίνεται πως αρχίζουν να την εγκαταλείπουν! Αιτίες; Οι αυξημένες απαιτήσεις του σχολείου, η αίσθηση πως δεν είναι όλοι καλοί στα αθλήματα, η απουσία προτύπων αλλά και η απουσία σωματικής δραστηριότητας στην οικογένεια.

Παρά την φυσική τους τάση, τα παιδιά σήμερα καταλήγουν να είναι λιγότερο δραστήρια, ενώ αυξάνεται ταυτόχρονα η παρακολούθηση τηλεόρασης και η ενασχόλησή τους με ηλεκτρονικά παιχνίδια και υπολογιστές. Και ακόμη κι αν επιθυμούν να παραμείνουν δραστήρια, κοινωνικοί περιορισμοί όπως η ύπαρξη δημόσιων χώρων όπου μπορούν να παίζουν ή να βρίσκονται με τους συνομήλικούς τους με ασφάλεια αποτελεί ζητούμενο.

Θα πρέπει ωστόσο να γνωρίζουμε ότι η συστηματική σωματική δραστηριότητα, την εποχή όπου η παιδική παχυσαρκία αγγίζει τα όρια της «επιδημίας» και οι χρόνιες ασθένειες εμφανίζονται από πολύ μικρές ηλικίες, συμβάλλει όχι μόνο στη διατήρηση ενός υγιούς σωματικού βάρους, αλλά και σε πολλές ακόμη πτυχές της σωματικής και ψυχικής υγείας, αφού τα σωματικά δραστήρια παιδιά:

• Δημιουργούν δυνατούς μύες και γερά οστά
• Μπορούν να ρυθμίζουν καλύτερα το σωματικό τους βάρους και έχουν μικρότερες πιθανότητες να αυξήσουν υπερβολικά το βάρος τους
• Έχουν μειωμένο κίνδυνο να εμφανίσουν χρόνιες παθήσεις όπως ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 και η υπέρταση
• Κοιμούνται ποιοτικά
• Μπορούν να διαχειριστούν καλύτερα σωματικές και συναισθηματικές προκλήσεις
• Έχουν αυξημένη αυτοπεποίθηση και λιγότερο άγχος και στρες.
Πόση σωματική δραστηριότητα;
Όλα τα παιδιά άνω των 2 ετών συστήνεται να έχουν τουλάχιστον 60 λεπτά μέτριας προς έντονης έντασης σωματικής δραστηριότητας καθημερινά.

Παράλληλα, οι συστάσεις αναφέρονται και στις ώρες τηλεθέασης (τηλεόραση, υπολογιστής για ψυχαγωγία, βιντεοπαιχνίδια), όπου η επιτρεπόμενη ώρα παρακολούθησης είναι μέχρι 2 ώρες την ημέρα, ενώ τα παιδιά κάτω των 2 ετών συστήνεται να μην παρακολουθούν καθόλου τηλεόραση.

Πώς μπορείτε να κινητοποιήσετε το δικό σας παιδί;Με τρεις απλούς τρόπους!

Επιλέξτε τις κατάλληλες δραστηριότητες ανάλογα με την ηλικία του. Διαφορετικά υπάρχει το ενδεχόμενο το παιδί να μπερδευτεί ή να βαρεθεί.

Δώστε στα παιδιά διαφορετικές εναλλακτικές! Βοηθήστε τα παιδιά να νιώσουν πως η άσκηση είναι μια εύκολη διαδικασία και μέρος της καθημερινότητάς τους, ώστε να επιδιώξουν να την επαναλάβουν.

Έχει πλάκα! Η διασκέδαση πρέπει να είναι ένα σημαντικό κομμάτι της άσκησης, ώστε να διατηρεί το ενδιαφέρον τον παιδιών!

Πηγή: nutrimed.gr

Πρόβλημα από… κούνια!

Αναμφίβολα, η παχυσαρκία εξελίσσεται πλέον σε επιδημία, ειδικότερα στις δυτικές κοινωνίες, με το ποσοστό των υπέρβαρων παιδιών να αυξάνεται δραματικά. Περίπου 21% των παιδιών προσχολικής ηλικίας (2 – 5 ετών) παγκοσμίως είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα.

Στην Ελλάδα 20% των νηπίων είναι παχύσαρκα, ενώ η παιδική παχυσαρκία σημειώνει ποσοστό πάνω από 25%, με αποτέλεσμα να ανήκουμε στη χώρα με τα πιο παχύσαρκα παιδιά στην Ευρώπη. Κύρια αιτία της παιδικής παχυσαρκίας παραμένει η μη ισορροπημένη διατροφή, η έλλειψη φυσικής δραστηριότητας, καθώς και η έλλειψη σωστής επιμόρφωσης παιδιών και γονέων.

Η νηπιακή διατροφή και η φυσική δραστηριότητα στην ηλικία αυτή αποτελούν παράγοντες -κλειδιά στον αγώνα για την καταπολέμηση της παχυσαρκίας, καθώς αποτελούν κομβικό σημείο για την καθιέρωση ορθών διατροφικών συνηθειών.

Σύμφωνα με πολύ πρόσφατη επιστημονική έρευνα της εταιρίας βρεφικής και νηπιακής διατροφής Milupa, που παρουσιάστηκε στο 38ο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας και Μεταβολισμού (2011), τρία στα τέσσερα νήπια προσλαμβάνουν 4 φορές περισσότερη πρωτεΐνη από αυτήν που Θεσσαλονίκη έχει ορίσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ως συνιστώμενη ημερήσια ποσότητα.

Πιο συγκεκριμένα, η έρευνα αυτή, όπου συμμετείχαν 300 μητέρες με νήπια 1-3 ετών από μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, έδειξε ότι η μη ισορροπημένη διατροφή κυριαρχεί, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό την υπερκατανάλωση πρωτεΐνης (49 gr ημερησίως έναντι 13 gr που είναι η διεθνής σύσταση).

Tα νήπια που πίνουν γάλα υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη, ξεπερνούν την συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη πρωτεΐνης, μόνο με το γάλα. Μπορεί το γάλα να αποτελεί μια από τις βασικότερες τροφές για την ανάπτυξη του βρέφους και του νηπίου, αλλά ταυτόχρονα είναι απαραίτητη η λήψη πρωτεΐνης υψηλής βιολογικής αξίας και από άλλες τροφές, όπως το κρέας, το ψάρι και το αυγό.

Όπως επιβεβαιώνεται από πλήθος επιστημονικών μελετών, η αυξημένη πρόσληψη πρωτεΐνης στην βρεφική αλλά και νηπιακή ηλικία έχει επιβλαβείς συνέπειες στον οργανισμό: επιβαρύνει τον μεταβολισμό και τη λειτουργία των νεφρών και αυξάνει τον κίνδυνο για εμφάνιση παχυσαρκίας στην παιδική ηλικία και στην μετέπειτα ζωή του νηπίου.

Έτσι, το 2007, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναθεώρησε τις συστάσεις του για τις πρωτεϊνικές ανάγκες των νηπίων, μειώνοντας τη συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη πρωτεΐνης σε 13 gr, δηλαδή περίπου 1 gr/ χιλιοστόγραμμο σωματικού βάρους.

Μία από τις δημοφιλέστερες έρευνες που έχουν ασχοληθεί με την διατροφική συμπεριφορά των νηπίων είναι η FITS (Feeding Infants and Toddler Study), που δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό του Αμερικανικού Διαιτολογικού Συνδέσμου τον Δεκέμβριο του 2010.

Σύμφωνα με τη μελέτη αυτή, η διατροφή των νηπίων χαρακτηρίστηκε έως «απέχουσα» από τις συνιστώμενες οδηγίες. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα νήπια καταναλώνουν υπερβολικές ποσότητες νατρίου, κορεσμένων λιπαρών και επεξεργασμένης ζάχαρης και ελάχιστες ποσότητες φρούτων, λαχανικών και προϊόντων ολικής αλέσεως.

Το 1/3 των νηπίων 2 ετών και ¼ των νηπίων 3 ετών καταναλώνει πλήρες γάλα τουλάχιστον 1 φορά την ημέρα παρόλο που συστήνεται και θεωρείται ασφαλής η χρήση στα νήπια γαλακτοκομικών χαμηλών λιπαρών. Επίσης, περίπου το 85% των νηπίων καταναλώνουν κάποιο αναψυκτικό ή γλυκό ή αλμυρό σνακ, τουλάχιστον μια φορά την ημέρα.

Το κοινό συμπέρασμα πολλών ερευνητών είναι ότι πλέον, τόσο στο σπίτι όσο και στο νηπιαγωγείο, τα νήπια καταναλώνουν τροφές φτωχές σε θρεπτικά συστατικά και υπερβολικά υψηλές σε κορεσμένα λιπαρά (CACFP, Child & Adult Care Food Program, USDA- 1997). Με λίγα λόγια, το πρότυπο της Μεσογειακής διατροφής με την προεξέχουσα θέση του ελαιολάδου, των φρούτων, των λαχανικών, των ψαριών και των οσπρίων, τείνει να εξαλειφθεί.

Από την άλλη πλευρά, εξίσου σημαντική με την διατροφή είναι και η φυσική δραστηριότητα. Οι ομοσπονδιακές οδηγίες για φυσική δραστηριότητα σε νήπια έως τώρα είναι γενικευμένες και σχεδόν ανύπαρκτες. Σύμφωνα με την Αμερικανική Παιδιατρική Ακαδημία, τα νήπια άνω των 2 ετών πρέπει να συμμετέχουν σε τουλάχιστον 60 λεπτά μέτριας ή έντονης φυσικής δραστηριότητας καθημερινώς.

Δυσάρεστα είναι όμως τα ευρήματα επιστημονικής μελέτης «Child Activity and Movement Study» που πραγματοποιήθηκε σε παιδιά νηπιακής ηλικίας και δείχνει ότι ακόμα και με 60λεπτη φυσική δραστηριότητα καθημερινώς, τα νήπια ξοδεύουν υπερβολικά πολλές ώρες σε καθιστική ζωή (τηλεόραση, υπολογιστή κ.λπ.).

Την τελευταία δεκαετία, πολλά προγράμματα έχουν ξεκινήσει (όχι τόσο σε ελληνικό έδαφος, με φωτεινή εξαίρεση τα προγράμματα «Παιδειατροφή» και «Μερίδες , το μέγεθος μετράει!» με σκοπό την επιμόρφωση παιδιών και ενηλίκων όσον αφορά στην υγιεινή διατροφή και την φυσική δραστηριότητα, γεγονός αρκετά ενθαρρυντικό.

Τέλος, είναι πολύ σημαντικό να τονιστεί ότι το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει ένα νήπιο αποτελεί την βάση για μια υγιή ενήλικη ζωή. Φρέσκο μαγειρεμένο φαγητό, σωστές διατροφικές συμπεριφορές, τακτική φυσική δραστηριότητα, οικογενειακή συμμετοχή και στήριξη καθώς και σωστή επιμόρφωση παιδιών και οικογένειας από επιστήμονες υγείας, είναι οι βάσεις για την θεμελίωση υγιούς ενήλικης ζωής, από τη νηπιακή ηλικία και την εξάλειψη της επιδημίας της παχυσαρκίας.

Πηγή: mednutrition.gr

A longitudinal study in more than 200 boys and girls undermines the common belief that a lack of physical activity leads to childhood obesity. Rather, the investigation showed the reverse:
Fatness causes physical inactivity.

Although body fat percentages predicted changes in physical activity during the following years, physi-cal activity levels did not predict subsequent changes in body fat percentage over the same follow-up period. For example, a high body fat percentage at age 7 predicted a decrease in physical activity from 7 to 10 years, but a high level of physical activity at 7 years did not predict a decrease in body fat percentage. Similar associations were seen when BMI and waist circumference were used to evaluate fatness, but these associations were weaker than those based on body fat percentage. Although measures of fatness and physical activity differed between the sexes, the strength of association between the variables did not.

(Metcalf BS, et al. Arch Dis Child. 2011;96[10]:942-947).

Publish date: Nov 17, 2011
By: Contemporary Pediatrics Staff

For the last 20 years, lipid screening has been recommended only for children with a family history of heart disease or high cholesterol. Now, you probably should add it to your routine screening list.

The American Academy of Pediatrics (AAP) has endorsed new government-issued guidelines that suggest that the older protocol misses too many children (from 30%-60%) and instead advocate universal screening. Specifically, the new guidelines from the National Heart, Lung, and Blood Institute (NHLBI) recommend that all children be screened for high cholesterol at least once between the ages of 9 and 11 years and again between ages 17 and 21 years.

Doing the test will not be as complex as in the past: Pediatricians can use for the initial test the non-HDL cholesterol protocol, which does not require fasting. The fasting lipid profile is recommended for follow-up only if the child shows abnormal results.

Why have the recommendations changed so much? At least 2 issues were involved in the decision, according to the guidelines from NHLBI, an agency of the National Institutes of Health (NIH): One is that knowledge about the relationship between lipoprotein disorders and the onset and severity of atherosclerosis in children, adolescents, and young adults has increased significantly in the last 20 years. The other is that the significant rise in the prevalence of obesity has increased the population of children with dyslipidemia.

Cholesterol screening is just 1 part of the new guidelines, which include broader recommendations on ways to minimize cardiovascular risk factors, starting with breastfeeding and emphasizing a diet low in saturated fat beginning the first year. The guidelines also encourage regular physician activity and protection from tobacco smoke.

Both the AAP and NHLBI emphasize that the new screening recommendations should not lead to substantial increase in statin prescriptions. AAP pointed out that less than 1% of children, primarily those with genetic dyslipidemias, usually qualify for cholesterol-lowering medications. Pediatricians instead should prescribe lifestyle modifications including diet and exercise, they said.

Statin therapy should be considered only in children aged 10 years or older with low-density lipoprotein (LDL) cholesterol of 190 mg/dL or higher after a 6-month trial of lifestyle management or for children with slightly lower LDL levels (160 mg/dL-189 mg/dL) with a positive family history of premature cardiovascular disease in first-degree levels or substantial risk factors, according to the recommendations. The guidelines warn, however, that although rare at standard doses, statins can have adverse effects, including myopathy and hepatic enzyme elevation.

CONCLUSIONS
One year after initial weight reduction, levels of the circulating mediators of appetite that encourage weight regain after diet-induced weight loss do not revert to the levels recorded before weight loss. Long-term strategies to counteract this change may be needed to prevent obesity relapse. (Funded by the National Health and Medical Research Council and others; ClinicalTrials.gov number, NCT00870259.)

August 3, 2011 (Chapel Hill, North Carolina) — Fasting does not appear to be necessary when screening cholesterol levels in children, new research suggests [1]. Compared with children who underwent a 12-hour fast, nonfasting children had slightly lower total-, LDL-, and HDL-cholesterol levels, but investigators say these increases are unlikely to be clinically important.

“Because research findings in other populations suggest that nonfasting lipid panels can predict cardiovascular events and that the difference between fasting and nonfasting lipid panels in children is small and likely clinically insignificant, the risks of missed screening or increased screening cost as a result of recommending fasting status raise questions regarding any benefits achieved,” write Dr Michael Steiner (University of North Carolina, Chapel Hill) and colleagues in a report published online August 1, 2011 in Pediatrics.

The group notes that screening for lipid disorders in kids is difficult, given that most children won’t have fasted before a routine office visit. As a result, fasting lipid panels must be planned in advance or require follow-up visits to assess cholesterol levels. While fasting of eight to 12 hours is currently recommended, the researchers point out that studies in adults have suggested that an average-size meal has little impact on postprandial lipid levels.

In this analysis, the group used data from the National Health and Nutrition Examination Survey (1999–2008) to examine lipid levels on the basis of fasting. Of the 12 744 children included in the analysis, 48% of the total- and HDL-cholesterol samples and 80% of the LDL-cholesterol and triglyceride samples were taken from children who had fasted eight or more hours.

Among the children who fasted, the mean total-, LDL-, and HDL-cholesterol levels were slightly, but significantly, higher compared with children who did not fast before testing. Among patients screened immediately after eating, the average total-cholesterol level was approximately 2 mg/dL lower compared with children who fasted, whereas LDL cholesterol was approximately 5 mg/dL lower. Fasting had a negative effect on triglyceride levels, with levels that were 7 mg/dL lower in these patients compared with those who did not fast.

The researchers note that some studies have suggested that postprandial triglyceride levels might be a better predictor of cardiovascular risk than fasting triglycerides. Further studies will be needed to assess the utility of nonfasting lipid levels in predicting cardiovascular risk, but if they do, point-of-care lipid assessments regardless of fasting status would reduce barriers to lipid screening, according to the researchers.