Archive for the 'Ανοσολογία' Category

Τι έχουν δείξει οι έρευνες για την πιο κοινή λοίμωξη στον κόσμο

Η αλήθεια για τη λοίμωξη που μας «κλέβει» πέντε ολόκληρα χρόνια από τη ζωή μας είναι άλλη από αυτή που ξέραμε.

Καταρροή, βήχας, πονοκέφαλος, πονόλαιμος, αδιαθεσία, ενίοτε και πυρετός… Τα συμπτώματα του κρυολογήματος είναι γνωστά και, καθώς η θερμοκρασία γύρω μας πέφτει, γίνονται δυσάρεστα οικεία για πολλούς από εμάς. Έχει υπολογιστεί ότι κατά τη διάρκεια της ζωής μας υποφέρουμε από το κοινό κρυολόγημα περίπου 200 φορές. Κάθε φορά διαρκεί κατά μέσο όρο εννέα ημέρες, πράγμα που ισοδυναμεί με πέντε ολόκληρα χρόνια ταλαιπωρίας εξαιτίας του. Επισταμένες έρευνες των τελευταίων δέκα ετών έχουν φέρει επανάσταση στον τρόπο που βλέπουμε το κρυολόγημα, αποκαλύπτοντας τι το προκαλεί, πώς λειτουργεί το σώμα μας σε αυτό και πώς καταπολεμείται.

Η Τζένιφερ Ακερμαν, κορυφαία βρετανίδα δημοσιογράφος επιστημονικών θεμάτων, συγκέντρωσε τα πορίσματα πολλών από αυτές τις έρευνες και αποκαλύπτει αλήθειες και μύθους που σχετίζονται με την πιο κοινή λοίμωξη στον κόσμο.

1 Το ασθενές ανοσοποιητικό σύστημα δεν σας καθιστά πιο ευάλωτους

Τα συμπτώματα του κρυολογήματος οφείλονται κυρίως στο πόσο «δυναμικά» θα αντιδράσει ο οργανισμός σας στην ίωση. Οσο πιο ισχυρό είναι το ανοσοποιητικό σας σύστημα τόσο πιο έντονα θα είναι τα συμπτώματα. Προσοχή λοιπόν στα συμπληρώματα διατροφής που υπόσχονται να καταπολεμήσουν το κρυολόγημα ενισχύοντας το ανοσοποιητικό σας.

2 Η βιταμίνη C δεν σταματάει το κρυολόγημα

Αποδεδειγμένα η καθημερινή λήψη βιταμίνης C βοηθάει στην πρόληψη του κρυολογήματος μόνο εάν εκτίθεστε σε δριμύ ψύχος ή αν υποβάλλεστε σε εξαντλητική σωματική κόπωση. Διαφορετικά, το να τρώει κανείς πολλά εσπεριδοειδή απλώς απαλύνει ελαφρά την ένταση των συμπτωμάτων.

3 Φιληθείτε άφοβα

Οι περισσότεροι ιοί που προκαλούν το κρυολόγημα εισέρχονται στον οργανισμό μέσω της μύτης ή των ματιών και όχι μέσω του στόματος. Μόνο ένας στους 16 θα «κολλήσει» κρυολόγημα φιλώντας τον σύντροφό του. Προσέξτε όμως όταν κάποιος φτερνίζεται ή βήχει, καθώς και τις μολυσμένες επιφάνειες.

4 Η πράσινη βλέννα δεν αποτελεί ένδειξη βακτηριακής λοίμωξης

Αντίθετα με ό,τι πιστεύαμε, οι πράσινες βλεννώδεις εκκρίσεις από τη μύτη αποτελούν απλώς ένδειξη πως το ανοσοποιητικό σας σύστημα λειτουργεί σωστά. Οσο πιο πράσινη είναι η βλέννα τόσο περισσότερα λευκοκύτταρα έχει επιστρατεύσει το ανοσοποιητικό σας σύστημα για να καταπολεμήσει το κρυολόγημα.

5 Το δυνατό φύσημα της μύτης δεν βοηθάει

Για το αίσθημα του «μπουκώματος» που συνοδεύει το συνάχι δεν ευθύνεται η υπερβολική παραγωγή βλέννας στη μύτη αλλά η διόγκωση των αιμοφόρων αγγείων στις ρινικές διόδους. Επίσης, για να αποφύγετε την επιμόλυνση των ιγμορείων, καλό είναι να φυσάτε μαλακά, ένα ρουθούνι κάθε φορά.

6 Οι ιοί είναι απρόσβλητοι στο αντιβακτηριακό σαπούνι

Το κρυολόγημα προκαλείται από ιούς και όπως δεν θεραπεύεται με τα αντιβιοτικά, έτσι δεν προλαμβάνεται από τα αντιβακτηριακά σκευάσματα. Παρ΄ όλα αυτά τα απολυμαντικά με βάση το οινόπνευμα απομακρύνουν αποτελεσματικότερα τους ιούς που ευθύνονται για το κρυολόγημα από ό,τι το σαπούνισμα των χεριών.

7 Το πλύσιμο των ρούχων δεν σκοτώνει τα μικρόβια

Αν και πλένοντας τα ρούχα εξολοθρεύετε το 99% των βακτηρίων, οι αριθμοί τους είναι τέτοιοι που και πάλι παραμένουν αρκετά για να προκαλέσουν μια λοίμωξη. Μάλιστα, οι ιοί είναι ακόμη πιο ανθεκτικοί στο πλύσιμο και κρύβονται αποτελεσματικά στις πτυχώσεις των υφασμάτων.

8 Δεν προστατεύεστε παραμένοντας σε εσωτερικούς χώρους

Μία από τις πιο πιθανές πηγές ιών του κρυολογήματος είναι το γραφείο στη δουλειά. Ερευνες έχουν δείξει ότι παρόμοιοι ιοί υπάρχουν στο 46% των πληκτρολογίων, στο 46% των «ποντικιών» υπολογιστή και στο 45% των τηλεφώνων. Μάλιστα περισσότερο κινδυνεύουν δικηγόροι, δάσκαλοι, γιατροί, τραπεζοϋπάλληλοι και… τηλεπαρουσιαστές!

9 Ενα ποτηράκι την ημέρατο κρυολόγημα κάνει πέρα

Χωρίς να γνωρίζουν το γιατί, οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι όσοι απέχουν από το αλκοόλ διατρέχουν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο να κρυολογήσουν από όσους πίνουν ως δύο ποτηράκια την ημέρα. Προσοχή όμως, όλα τα οφέλη αναιρούνται αν το «τσούζετε» παραπάνω.

10 Φταίνε και τα γονίδια

Την τελευταία δεκαετία επιστήμονες έχουν ανακαλύψει ότι συγκεκριμένες γενετικές διαφοροποιήσεις ίσως εξηγούν γιατί κάποιοι κρυολογούν συχνότερα από το φυσιολογικό. Φαίνεται ότι αυτά τα άτομα εμφανίζουν διαφορές στους υποδοχείς των κυττάρων όπου προσκολλώνται οι ρινοϊοί του κρυολογήματος όταν επιτίθενται στο σώμα.

11 Τα ζεστά ρούχα δεν αποτελούν ασπίδα προστασίας

Παραδόξως, η έκθεση στο κρύο δεν συνδέεται με το κρυολόγημα. Κρυολογούμε κυρίως τους φθινοπωρινούς και χειμερινούς μήνες γιατί ο ψυχρός και υγρός καιρός μάς αναγκάζει να συνωστιζόμαστε σε κλειστούς χώρους, όπου οι ιοί μπορούν ευκολότερα να μεταπηδήσουν από τον έναν στον άλλο.

12 Η γιαγιά έχει δίκιο για την κοτόσουπα

Χωρίς να γνωρίζουν το γιατί συμβαίνει αυτό, οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι η κατανάλωση κοτόσουπας μειώνει την κίνηση των ουδετερόφιλων, δηλαδή των κυττάρων που συρρέουν σε περιοχές όπου υπάρχει λοίμωξη και προκαλούν οίδημα. Ετσι απαλύνονται εν μέρει τα συμπτώματα του κρυολογήματος.

Πηγή: ygeianews.gr

vangelis

Εμβόλια … δώρο ζωής

Θεοδώρα Τσώλη

Τα εμβόλια έχουν σβήσει από τον χάρτη λοιμώδεις ασθένειες που παλιά έκαναν θραύση

Βελόνα και… ζωή. Αυτό είναι ουσιαστικώς το μήνυμα πίσω από μια από τις σημαντικότερες πράξεις… αγάπης προς τον εαυτό μας αλλά και προς τους γύρω μας, που δεν είναι άλλη από τον εμβολιασμό. Ενα «δώρο» της επιστήμης προς τον άνθρωπο που έρχεται στο προσκήνιο με αφορμή την Ευρωπαϊκή Εβδομάδα Εμβολιασμού που μόλις ολοκληρώθηκε (21-27 Απριλίου), καθώς τα εμβόλια αποτελούν κύριους «συμμάχους» στον αγώνα των ειδικών ενάντια στους λοιμώδεις «εχθρούς» με στόχο να μακραίνει η… κλωστή της υγείας του παγκόσμιου πληθυσμού. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), τα εμβόλια σώζουν περισσότερες από 3 εκατομμύρια ζωές παγκοσμίως κάθε χρόνο και προφυλάσσουν ακόμη περισσότερους ανθρώπους από νόσο ή και ισόβια αναπηρία. Είναι λοιπόν, σύμφωνα με τους έλληνες ειδικούς, ευχής έργον το γεγονός ότι διατίθενται δωρεάν στη χώρα μας με πλήρη κάλυψη των ασφαλιστικών ταμείων, κάτι που δεν συμβαίνει σε πολλές χώρες του κόσμου. Και είναι επίσης ευχή των ειδημόνων το τσουνάμι της οικονομικής κρίσης που «σαρώνει» την Ελλάδα να μην έχει ως «θύμα» και τα εμβόλια, χωρίς τα οποία η δημόσια υγεία κινδυνεύει να… πνιγεί.

Η ευρεία διάδοση των προγραμμάτων εμβολιασμού τα τελευταία 30 χρόνια έχει δημιουργήσει ένα νέο τοπίο σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των λοιμωδών νοσημάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι χάρη στα εμβόλια η ευρωπαϊκή περιοχή του ΠΟΥ έχει ήδη χαρακτηριστεί ελεύθερη πολιομυελίτιδας την τελευταία 10ετία, ενώ τα κρούσματα ιλαράς έχουν εμφανίσει μείωση που ξεπερνά το 90% από το 2002 ως σήμερα. Οπως αναφέρει στο «Βήμα» η καθηγήτρια Δημόσιας Υγείας, πρόεδρος του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ) κυρία Τζένη Κουρέα- Κρεμαστινού, «οι εμβολιασμοί αποτελούν τα μεγαλύτερα όπλα για την πρόληψη και την προαγωγή της υγείας. Μάλιστα, τα σημερινά εμβόλια που παράγονται με νέες τεχνολογίες είναι απολύτως ασφαλή ενώ προκειμένου να κυκλοφορήσουν στην αγορά έχουν υποβληθεί σε όλες τις απαραίτητες δοκιμασίες αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας».

Η κυρία Κρεμαστινού τονίζει ότι το πεδίο των εμβολίων είναι εξελισσόμενο και συνδέεται με συνεχείς προκλήσεις: «Κάποτε υπήρχαν μόνο τα πολυσακχαριδικά εμβόλια και μετά εμφανίστηκαν τα πολυδύναμα συζευγμένα εμβόλια με τα οποία επιτυγχάνεται κάλυψη ενάντια σε πολλές νόσους με ένα μόνο τσίμπημα. Οι προκλήσεις είναι συνεχείς και αφορούν τόσο την ανάπτυξη περισσότερων πολυδύναμων εμβολίων όσο και την εξεύρεση νέων, ακόμη πιο ανώδυνων τρόπων χορήγησής τους».

Η πρόεδρος του ΚΕΕΛΠΝΟ εξηγεί ότι σύμφωνα με τις συστάσεις του ΠΟΥ προκειμένου να επιτευχθεί συλλογική ανοσία ενάντια σε λοιμώδη νοσήματα και να αποφευχθεί η εκδήλωση επιδημιών, η εμβολιαστική κάλυψη του πληθυσμού πρέπει να φθάνει στο 95%. Η χώρα μας έχει αγγίξει αυτόν τον στόχο; «Η Ελλάδα έχει σχετικώς καλά ποσοστά εμβολιαστικής κάλυψης σε ό,τι αφορά τα περισσότερα εμβόλια. Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει φθάσει τον στόχο του ΠΟΥ και πρέπει να προσβλέπει σε αυτόν» απαντά η κυρία Κουρέα-Κρεμαστινού.

Τα τελευταία στοιχεία για την Ελλάδα

Πού βρίσκεται λοιπόν εμβολιαστικά η Ελλάδα; Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία που υπάρχουν για τη χώρα μας αφορούν το 2006 και έχουν προκύψει από μελέτη ειδικών της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ). Οπως αναφέρει στο «Βήμα» ο επιστημονικός υπεύθυνος της μελέτης, καθηγητής στον τομέα Υγείας Παιδιού στην ΕΣΔΥ κ. Τάκης Παναγιωτόπουλος «από τη μελέτη μας που περιελάμβανε περί τα 5.000 παιδιά Α’ Δημοτικού και Γ’ Γυμνασίου από 58 σχολικά τμήματα της χώρας, τα Ελληνόπουλα είναι σε γενικές γραμμές καλά εμβολιασμένα». Συγκεκριμένα, για τις περισσότερες δόσεις των εμβολίων που εντάχθηκαν στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών πριν από το 1990 (διφθερίτιδας – τετάνου – κοκκύτη, πολιομυελίτιδας, ιλαράς – ερυθράς – παρωτίτιδας) κατεγράφησαν πολύ υψηλά επίπεδα εμβολιασμού, της τάξεως του 98%-99%. Ωστόσο, αξιοσημείωτη εξαίρεση αποτελούσε η λήψη της δεύτερης δόσης του εμβολίου ιλαράς – ερυθράς – παρωτίτιδας (MMR), όπου η κάλυψη δεν ξεπερνούσε το 77% – στην παραμέληση λήψης της δεύτερης δόσης αποδίδεται και η επιδημία ιλαράς που «ξέσπασε» στη χώρα μας το 2010, σύμφωνα με τον κ. Παναγιωτόπουλο.

Για τα εμβόλια που εντάχθηκαν στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών ως την αρχή της δεκαετίας του 2000 (ηπατίτιδας Β και αιμόφιλου ινφλουέντσας τύπου b) εμφανίστηκε υψηλή κάλυψη της τάξεως του 90%-95%. Ωστόσο για τα εμβόλια που εντάχθηκαν στο Πρόγραμμα το 2006 η εμβολιαστική κάλυψη φάνηκε να ποικίλλει. Για παράδειγμα σε ό,τι αφορούσε τον μηνιγγιτιδόκοκκο C είχαν εμβολιαστεί επτά στα 10 παιδιά κατά τη διεξαγωγή της μελέτης. Σε ό,τι αφορούσε όμως τα εμβόλια για τον πνευμονιόκοκκο και την ανεμοβλογιά τα ποσοστά κάλυψης ήταν πολύ χαμηλά – 5% και 13% αντιστοίχως (πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι τα εμβόλια αυτά κυκλοφόρησαν ελάχιστο διάστημα πριν από τη διεξαγωγή της μελέτης).

Ο κ. Παναγιωτόπουλος υπογραμμίζει ότι από τη μελέτη προέκυψε επίσης ότι υπάρχουν κάποιες ομάδες του παιδικού πληθυσμού που υπολείπονται σημαντικά σε ό,τι αφορά τους εμβολιασμούς. «Πρόκειται για τα παιδιά μεταναστών στα οποία εμφανίζονταν μέτρια επίπεδα κάλυψης για όλα τα εμβόλια καθώς και τα παιδιά των Ρομά στα οποία τα ποσοστά κάλυψης είναι πολύ χαμηλά». Πράγματι, σύμφωνα με τελευταία ανεπίσημα στοιχεία, καθώς είναι δύσκολη η καταγραφή των εμβολιασμών στους Ρομά, εκτιμάται ότι τα ποσοστά εμβολιαστικής κάλυψης στον συγκεκριμένο πληθυσμό κυμαίνονται μεταξύ του 5% και του 8%.

Η ερευνητική ομάδα της ΕΣΔΥ βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε διαδικασία συλλογής στοιχείων για τη διεξαγωγή νέας μελέτης σχετικά με την εμβολιαστική κάλυψη στην Ελλάδα και, όπως μας πληροφορεί ο κ. Παναγιωτόπουλος, που είναι και πάλι επικεφαλής της, εκτιμάται ότι τα καινούργια, πολύτιμα για τους ειδικούς δεδομένα θα είναι έτοιμα ως το φθινόπωρο.

Κρίση, κριτική και παραπληροφόρηση

Τα στοιχεία αυτά κρίνονται ακόμη πιο χρήσιμα τώρα που η οικονομική κρίση έχει μπει στη ζωή των Ελλήνων καθώς υπάρχει ανησυχία μήπως επηρεάσει και το σημαντικό κομμάτι της που αφορά τους εμβολιασμούς. Ο καθηγητής επισημαίνει ότι τα στοιχεία του 2006 αποτελούν μια «πυξίδα» που γεννά ερωτήματα για το μέλλον. «Παρ’ ότι δεν έχουμε καταγράψει ακόμη πτώση των εμβολιασμών εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε αυτό το μελλοντικό ενδεχόμενο. Σύμφωνα με τα ευρήματα της προηγούμενης μελέτης περίπου τα 2/3 των παιδικών εμβολίων χορηγήθηκαν από γιατρούς του ιδιωτικού τομέα. Τώρα όμως είναι επόμενο ότι αυτή η τάση θα αλλάξει λόγω της κρίσης και πολλοί άνθρωποι θα αναζητήσουν και πάλι τις υπηρεσίες του δημόσιου τομέα για τους εμβολιασμούς. Το θέμα είναι αν ο δημόσιος τομέας θα μπορέσει να αντεπεξέλθει, αφού δεν είναι σε πολλές περιπτώσεις, όπως αυτές των Κέντρων Υγείας, κατάλληλα εξοπλισμένος».

Στο παζλ της αποτυχίας επίτευξης των στόχων σχετικά με την εμβολιαστική κάλυψη υπάρχουν όμως και άλλα κομμάτια, πιο… διαχρονικά από την οικονομική κρίση. Οπως υπογραμμίζει στο «Βήμα» ο καθηγητής Παιδιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόεδρος της Παγκόσμιας Παιδιατρικής Εταιρείας και της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών κ. Ανδρέας Κωνσταντόπουλος, οι ίδιοι οι επαγγελματίες υγείας δεν είναι συχνά κατάλληλα εκπαιδευμένοι με αποτέλεσμα να αντιδρούν στους εμβολιασμούς – ένα φαινόμενο που δεν είναι μόνο ελληνικό.«Το 25% των μαιών στη Γερμανία δήλωσε αντίθετο στον εμβολιασμό με ΜΜR ενώ το 6% των γιατρών στη Γαλλία ανέφερε ότι αντιτίθεται γενικώς στους εμβολιασμούς. Αλλά και στη χώρα μας μέχρι πέρυσι το 99% των γυναικολόγων ήταν αντίθετο στο εμβόλιο για τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (ΗPV). Στο πλάνο αυτό μπαίνουν και οι ομοιοπαθητικοί οι οποίοι υποστηρίζουν ότι κατά το πρώτο έτος ζωής, που είναι και το πιο σημαντικό για την πορεία του παιδιού, αφού το ανοσοποιητικό του σύστημα είναι πιο αδύναμο, δεν πρέπει να γίνεται κανένα εμβόλιο. Μια τέτοια άποψη είναι όμως τουλάχιστον επικίνδυνη».

Η κακή πληροφόρηση και η παραπληροφόρηση σχετικά με τα εμβόλια βρήκαν, σύμφωνα με τον κ. Κωνσταντόπουλο, πρόσφορο έδαφος με την πανδημία γρίπης του 2009. «Ο σάλος που προκλήθηκε με το πανδημικό εμβόλιο είχε αντίκτυπο στους εμβολιασμούς γενικότερα. Παρ’ ότι δεν υπάρχουν επίσημα δεδομένα, εκτιμάται ότι η μείωση στους εμβολιασμούς ήταν της τάξεως του 15%-45%. Με προσπάθειες τα επίπεδα έχουν πλέον επανέλθει σε εκείνα προ της πανδημίας».

Και οι ενήλικοι χρειάζονται εμβόλια

Η όλη σύγχυση που προκλήθηκε το 2009 έκανε τους ειδικούς της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών να αποφασίσουν να δημιουργήσουν για πρώτη φορά ένα πρόγραμμα για τον εμβολιασμό των ενηλίκων, ο οποίος θα αποτελεί «μπούσουλα» προς γνώση και συμμόρφωση. Ετσι στα τέλη του περασμένου έτους έκανε την εμφάνισή του το πρόγραμμα εμβολιασμού ενηλίκων το οποίο, σύμφωνα με τον κ. Κωνσταντόπουλο, «υπενθυμίζει σε όλους ότι οι εμβολιασμοί δεν σταματούν στην παιδική ηλικία». Ο καθηγητής εξηγεί ότι ο κάθε ενήλικος, σε περίπτωση που δεν είναι σίγουρος σχετικά με το αν έχει νοσήσει με κάποιο λοιμώδες νόσημα που καλύπτεται από τα υπάρχοντα εμβόλια, θα πρέπει να υποβληθεί σε ειδικές εξετάσεις ανάλογα με την περίπτωση. «Αν φανεί ότι δεν έχει ανοσία, θα πρέπει να κάνει το αντίστοιχο εμβόλιο. Παράλληλα όλα τα άτομα 50 ετών και άνω πρέπει να υποβάλλονται σε εμβόλιο για τη γρίπη και 60 ετών και άνω σε εμβόλιο για τον πνευμονιόκοκκο».

Ο καθηγητής προσθέτει ότι και τα εμβόλια για τους ενηλίκους καλύπτονται από τα ασφαλιστικά ταμεία. «Τουλάχιστον προς το παρόν» συμπληρώνει, διότι εκφράζει φόβους μήπως υπό τη σκιά των νέων οικονομικών δεδομένων χαθεί το πολύτιμο «δώρο» των δωρεάν εμβολιασμών.

Διότι τα εμβόλια αποτελούν πραγματικά «δώρα» ζωής κλεισμένα σε μια ένεση. Και πρέπει όλοι, όπως λένε οι ειδήμονες, να μην… τσιμπούν στην (παράλογη) λογική της παραπληροφόρησης σχετικά με αυτά αλλά μόνο σε εκείνη της σωστής ενημέρωσης που χαρίζει υγεία.

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ

Το χρονοδιάγραμμα των εμβολιασμών σε παιδιά και εφήβους

1. Εμβόλιο ηπατίτιδας Β (HepB)

Ο εμβολιασμός γίνεται σε τρεις δόσεις, αρχίζοντας από την ηλικία των δύο μηνών (το μεσοδιάστημα μεταξύ πρώτης και δεύτερης δόσης πρέπει να είναι τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες και μεταξύ πρώτης και τρίτης δόσης τουλάχιστον τέσσερις μήνες). Προσοχή: Συνιστάται χορήγηση και τέταρτης δόσης σε πρόωρα βρέφη που γεννιούνται με βάρος κάτω των δύο κιλών, από μητέρα θετική στο επιφανειακό αντιγόνο του ιού της ηπατίτιδας Β (ΗbsAg). Οταν η μητέρα είναι φορέας του επιφανειακού αντιγόνου, η πρώτη δόση του εμβολίου πρέπει να χορηγείται εντός 12 ωρών από τη γέννηση.

2. Διφθερίτιδας, τετάνου, κοκκύτη (DTaP)

Χορηγείται σε τέσσερις δόσεις (η τέταρτη δόση μπορεί να γίνει τον 15ο μήνα της ζωής, εφόσον έχουν συμπληρωθεί έξι μήνες από τη χορήγηση της τρίτης δόσης, ενώ η μικρότερη ηλικία χορήγησης της πρώτης δόσης είναι στις έξι εβδομάδες ζωής). Στην Ελλάδα διατίθεται σε συνδυασμό με άλλα εμβόλια ως τετραδύναμο (μαζί με της πολιομυελίτιδας, DTaP-IPV), ως πενταδύναμο (μαζί με της πολιομυελίτιδας και του αιμόφιλου της ινφλουέντζας Β, DTaP-IPV-Hib) και ως εξαδύναμο (μαζί με της πολιομυελίτιδας, του αιμόφιλου της ινφλουέντζας Β και της ηπατίτιδας Β, DTaP-IPV-Hib-HepB). Σημείωση: Σε ό,τι αφορά το εμβόλιο τετάνου-διφθερίτιδας με μικρότερη δόση διφθεριτικής τοξίνης (Τd), στη χώρα μας κυκλοφορεί μόνο ως τετραδύναμο με προσθήκη και εμβολίου κατά της πολιομυελίτιδας (ΤdaP-IPV). Συνιστάται να γίνεται στην ηλικία των 11 – 12 ετών αν έχουν περάσει τουλάχιστον πέντε χρόνια από προηγούμενο εμβολιασμό με εμβόλιο που περιείχε χημικά εξασθενημένες τοξίνες τετάνου-διφθερίτιδας.

3. Ινφλουέντζας τύπου Β (Ηib)

Η μικρότερη ηλικία χορήγησης είναι οι έξι εβδομάδες και χορηγείται σε τέσσερις συνολικά δόσεις.

4. Εμβόλιο πολιομυελίτιδας (IPV)

Είναι απαραίτητη η χορήγηση τεσσάρων δόσεων.

5. Εμβόλιο κατά του πνευμονιόκοκκου, συζευγμένο (PCV) – Εμβόλιο κατά του πνευμονιόκοκκου, πολυσακχαριδικό (PPSV)

Το συζευγμένο εμβόλιο συνιστάται για όλα τα υγιή παιδιά ως πέντε ετών. Συνιστάται επιπλέον του συζευγμένου και η χορήγηση του 23δύναμου πολυσακχαριδικού εμβολίου (PPSV), τουλάχιστον δύο μήνες μετά την τελευταία δόση του συζευγμένου σε παιδιά άνω των δύο ετών που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου (π.χ. σε ανοσοκαταστολή, με ασπληνία, δρεπανοκυτταρική νόσο, νεφρική ανεπάρκεια, διαβήτη, καρδιακή νόσο). Στα παιδιά αυτά συνιστάται να γίνεται και μια αναμνηστική δόση του PPSV πέντε χρόνια μετά την πρώτη.

6. Εμβόλιο κατά του μηνιγγιτιδόκοκκου, συζευγμένο (ΜCC και MCV4)

Το ΜCC γίνεται σε τρεις δόσεις (μικρότερη ηλικία χορήγησης οι έξι εβδομάδες), ενώ το MCV4 συνιστάται από την ηλικία των 11 ως 55 ετών, ανεξάρτητα από το αν έχει προηγηθεί εμβολιασμός με MCC.

7. Εμβόλιο κατά της ιλαράς-παρωτίτιδας-ερυθράς (ΜΜR)

Συνιστώνται δύο δόσεις του εμβολίου (η δεύτερη δόση πρέπει να χορηγείται σε ηλικία τεσσάρων ως έξι ετών ή και νωρίτερα, αρκεί να έχουν περάσει τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες από την πρώτη). Και οι δύο δόσεις πρέπει να χορηγούνται μετά το πρώτο έτος ζωής.

8. Εμβόλιο ανεμοβλογιάς

Η χορήγηση συνιστάται μετά την ηλικία των 12 μηνών για παιδιά που δεν έχουν νοσήσει (η δεύτερη δόση πρέπει να γίνεται σε ηλικία τεσσάρων ως έξι ετών, αλλά και νωρίτερα, αρκεί να έχουν περάσει τρεις μήνες μετά την πρώτη δόση). Εάν η δεύτερη δόση χορηγηθεί σε μεσοδιάστημα τεσσάρων εβδομάδων από την πρώτη σε παιδιά 12 μηνών ως 12 ετών δεν χρειάζεται επανάληψη.

9. Εμβόλιο ηπατίτιδας Α

Συνιστώνται δύο δόσεις με μεσοδιάστημα έξι μηνών και η μικρότερη ηλικία χορήγησης είναι οι 12 μήνες.

10. Εμβόλιο ιού ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV)

Υπάρχουν δύο εμβόλια: ένα τετραδύναμο και ένα διδύναμο (και τα δύο συνιστώνται για την πρόληψη των προκαρκινικών αλλοιώσεων και καρκινικών βλαβών του τραχήλου της μήτρας, ενώ το τετραδύναμο προστατεύει και από τα κονδυλώματα). Το τετραδύναμο έχει έγκριση χορήγησης στις ηλικίες 9 – 45 ετών και το διδύναμο στις ηλικίες 10 – 26 ετών, ενώ στη χώρα μας και τα δύο εμβόλια χορηγούνται δωρεάν στα κορίτσια ηλικίας 12 – 26 ετών.

11. Εμβόλιο κατά της φυματίωσης (ΒCG)

Προσοχή: Συνιστάται εμβολιασμός στη γέννηση σε παιδιά πληθυσμιακών ομάδων με υψηλό δείκτη διαμόλυνσης, όπως ορισμένες ομάδες μεταναστών, Αθίγγανοι κ.ά., ή όταν υπάρχει ιστορικό φυματίωσης στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον. Συνιστάται παράλληλα μαζικός προληπτικός έλεγχος με δερμοαντίδραση Mantoux στις ηλικίες 12-15 μηνών, 4-6 ετών (πριν από τον εμβολιασμό) και στις ηλικίες 11 ως 12 ετών στα ανεμβολίαστα παιδιά.

12. Εμβόλιο κατά της γρίπης

Συνιστάται για παιδιά κάτω των έξι μηνών που ανήκουν σε ομάδες αυξημένου κινδύνου (π.χ. με χρόνιες πνευμονοπάθειες, καρδιακή νόσο, ανοσοκαταστολή, δρεπανοκυτταρική νόσο, διαβήτη, νεφροπάθειες, νευρομυϊκά νοσήματα, παιδιά που κάνουν μακροχρόνια λήψη ασπιρίνης για νόσους όπως η Kawasaki ή η ρευματοειδής αρθρίτιδα). Δύο δόσεις εμβολίου απαιτούνται σε παιδιά έξι μηνών ως οκτώ ετών που εμβολιάζονται για πρώτη φορά ή που πρωτοεμβολιάστηκαν τον προηγούμενο χρόνο με μία μόνο δόση εμβολίου.

13. Εμβόλιο κατά του ροταϊού (rota)

Στην Ελλάδα διατίθενται δύο εμβόλια που χορηγούνται είτε σε τρεις δόσεις (ηλικίες δύο, τεσσάρων και έξι μηνών) είτε σε δύο δόσεις (δύο και τεσσάρων μηνών αντίστοιχα). Η πρώτη δόση πρέπει να χορηγείται στην ηλικία του ενάμιση μήνα ως τον τρίτο μήνα ζωής και ο εμβολιασμός πρέπει να έχει ολοκληρωθεί το αργότερο στην ηλικία των έξι μηνών. Μετά τον έκτο μήνα απαγορεύεται η χορήγηση του εμβολίου διότι υπάρχει κίνδυνος εγκολεασμού (εντερική απόφραξη που θέτει σε κίνδυνο την αιμάτωση του εντέρου).

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ

Τα εμβόλια των ενηλίκων

1. Εμβολιασμός κατά της γρίπης

Συνιστάται για όλους τους ενηλίκους άνω των 60 ετών μια δόση ετησίως. Προσοχή: Η ίδια σύσταση ισχύει και για όλα τα ενήλικα άτομα που ανήκουν σε ομάδες αυξημένου κινδύνου για σοβαρές επιπλοκές από τη γρίπη, όπως επαγγελματίες υγείας, άτομα με χρόνιες πνευμονοπάθειες, με ανοσοκαταστολή, με καρδιακή νόσο, μεταμοσχευμένοι, ασθενείς με νεφροπάθειες, διαβήτη.

2. Εμβολιασμός κατά διφθερίτιδας, τετάνου και κοκκύτη (Τd, TdaP)

Συστήνεται σε όλους τους ανεμβολίαστους ενηλίκους, ανεξαρτήτως ηλικίας, να εμβολιάζονται πλήρως με δύο δόσεις του εμβολίου Τd (για τέτανο και διφθερίτιδα) με μεσοδιάστημα τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων και με μια τρίτη δόση 6-12 μήνες μετά τη 2η δόση. Για τους ενηλίκους που έχουν λάβει λιγότερες από τρεις δόσεις συστήνεται η συμπλήρωση των δόσεων που δεν έχουν γίνει. Και στις δύο περιπτώσεις ο εμβολιασμός συνεχίζεται με μια αναμνηστική δόση Td ανά 10ετία. Συνιστάται όμως αντικατάσταση της μιας δόσης Td (είτε από τις τρεις αρχικές είτε από τις ανά 10ετία αναμνηστικές) από μια δόση Tdap (εμβόλιο κατά του τετάνου, της διφθερίτιδας και του κοκκύτη) ανεξαρτήτως ηλικίας, ως 65 ετών. Πρέπει επίσης να εμβολιάζονται με μια δόση Tdap όλες οι γυναίκες μετά τον τοκετό, τα άτομα που έρχονται σε στενή επαφή με βρέφη κάτω των 12 μηνών όπως βρεφοκόμοι, οικιακές βοηθοί, γιαγιάδες, παππούδες και το υγειονομικό προσωπικό.

3. Εμβολιασμός κατά της ιλαράς, της παρωτίτιδας, της ερυθράς (ΜΜR)

Σε ό,τι αφορά την ιλαρά και την παρωτίτιδα συστήνεται εμβολιασμός με δύο δόσεις MMR με ελάχιστο μεσοδιάστημα τεσσάρων εβδομάδων σε ενηλίκους που έχουν πρόσφατα εκτεθεί σε κρούσμα ιλαράς ή βρίσκονται σε κοινότητα με επιδημική έξαρση ιλαράς, σε φοιτητές που διαμένουν σε φοιτητικές εστίες, σε εργαζομένους σε υγειονομικές μονάδες και σε άτομα που πρόκειται να ταξιδέψουν σε άλλες χώρες. Σε ό,τι αφορά τον εμβολιασμό κατά της ερυθράς συστήνεται εμβολιασμός με δύο δόσεις ΜΜR σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που έχει αποδειχθεί εργαστηριακά ότι δεν έχουν ανοσία κατά της ερυθράς. Οι έγκυες χωρίς ανοσία πρέπει να εμβολιάζονται πρέπει να εμβολιάζονται μετά τον τοκετό και πριν από την έξοδό τους από το μαιευτήριο με μια δόση MMR.

4. Eμβολιασμός κατά της ανεμοβλογιάς

Ολοι οι ενήλικοι χωρίς ένδειξη ανοσίας στην ανεμοβλογιά (προηγηθείσα νόσηση ή εμβολιασμός) πρέπει να εμβολιάζονται με δύο δόσεις του εμβολίου με ελάχιστο μεσοδιάστημα τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων ή με μία δόση αν έχουν κάνει την πρώτη δόση σε μικρή ηλικία. Ειδικότερα πρέπει να εμβολιάζονται συγγενείς ατόμων με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα όπως τα άτομα με ανοσοανεπάρκειες και ανοσοκαταστολή, εκπαιδευτές, νηπιαγωγοί, πληθυσμοί ιδρυμάτων, φοιτητές που διαμένουν σε φοιτητικές εστίες, στρατιώτες, έφηβοι, μη έγκυες γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, άτομα που ταξιδεύουν στο εξωτερικό, υγειονομικό προσωπικό.

5. Εμβολιασμός για τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (ΗPV)

Παρ’ ότι συστήνεται η χορήγηση του εμβολίου (είτε του διδύναμου είτε του τετραδύναμου) πριν από την έναρξη της σεξουαλικής ζωής των κοριτσιών και της πιθανής έκθεσής τους στον ιό, η χορήγηση μπορεί να γίνει και μετά την έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας και της πιθανής έκθεσης στον HPV (το τετραδύναμο εμβόλιο μπορεί επίσης να χορηγηθεί σε αγόρια 9-26 ετών για την πρόληψη εμφάνισης κονδυλωμάτων). Και αυτό διότι ακόμη και αν ένα κορίτσι έχει μολυνθεί με κάποιον από τους τύπους που περιέχονται στο εμβόλιο, μπορεί να προστατευθεί από κάποιους άλλους που επίσης περιέχονται σε αυτό.

6. Εμβολιασμός κατά του πνευμονιόκοκκου (PCV13)

Συστήνεται εμβολιασμός όλων των ατόμων άνω των 50 ετών με μια δόση του συζευγμένου εμβολίου (PCV13). Για τα άτομα ηλικίας 19-50 ετών συστήνονται 1-2 δόσεις του πολυσακχαριδικού (PPSV) εμβολίου όταν ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου για μόλυνση με πνευμονιόκοκκο (π.χ. χρόνιοι καπνιστές, ασθενείς με κοχλιακά εμφυτεύματα καθώς και άτομα με συγγενείς αντισωματικές ανεπάρκειες, ανοσοκαταστολή, ασπληνία, νεφρική ανεπάρκεια, σακχαρώδη διαβήτη, καρδιακή νόσο, χρόνια πνευμονοπάθεια συμπεριλαμβανομένου του άσθματος).

7. Εμβολιασμός κατά του μηνιγγιτιδόκοκκου (ΜnCV4)

Συστήνεται εμβολιασμός με μία δόση του τετραδύναμου συζευγμένου μηνιγγιτιδοκοκκικού εμβολίου σε άτομα υψηλού κινδύνου για μηνιγγοκοκκική νόσο (φοιτητές σε φοιτητικές εστίες, στρατιώτες, ταξιδιώτες σε ενδημικές περιοχές όπως η υποσαχάριος Αφρική, ταξιδιώτες στη Μέκκα) καθώς και σε άτομα με λειτουργική ή ανατομική ασπληνία ή άτομα με HIV λοίμωξη. Αν τα άτομα αυτά έχουν ήδη λάβει το παλαιότερο μη συζευγμένο πολυσακχαριδικό εμβόλιο πρέπει να επανεμβολιασθούν και με το συζευγμένο (λήψη δύο δόσεων του εμβολίου με μεσοδιάστημα δύο μηνών).

8. Εμβολιασμός κατά της ηπατίτιδας Α

Ο εμβολιασμός συστήνεται σε ενήλικες που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου (όπως ομοφυλόφιλοι, τοξικομανείς, επαγγελματίες υγείας, προσωπικό καθαριότητας εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, άτομα με χρόνια ηπατική νόσο).

9. Εμβολιασμός κατά της ηπατίτιδας Β

Ο εμβολιασμός συστήνεται σε όλους τους ενηλίκους χωρίς ένδειξη ανοσίας. Είναι όμως απαραίτητος σε ενηλίκους που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου για μόλυνση με τον ιό της ηπατίτιδας Β (π.χ. άτομα με περισσότερους από έναν ερωτικούς συντρόφους στη διάρκεια των τελευταίων έξι μηνών, άτομα με σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, ομοφυλόφιλοι, τοξικομανείς).

10. Εμβολιασμός κατά του έρπητα ζωστήρα

Στη χώρα μας δεν κυκλοφορεί εμβόλιο για τον έρπητα ζωστήρα. Γενικώς συστήνεται χορήγηση μιας δόσης του εμβολίου για ενηλίκους 60 ετών και άνω ανεξάρτητα από το αν αναφέρεται προηγούμενο επεισόδιο έρπητα ζωστήρα. Δεδομένης της έλλειψης του ειδικού εμβολίου, μπορεί να γίνει εμβολιασμός με το εμβόλιο της ανεμοβλογιάς αφού ο ίδιος ιός προκαλεί και τον έρπητα ζωστήρα.

ΜΗΝΙΓΓΙΤΙΔΑ

Νέα «όπλα» στη μάχη με τον μηνιγγιτιδόκοκκο

Σημαντικά βήματα για την πρόληψη της μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου, μιας άκρως απειλητικής για τη ζωή ασθένειας που «πλήττει» κυρίως τα μικρά παιδιά και τους εφήβους και μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο μέσα σε 24-48 ώρες από την πρώτη εκδήλωση των συμπτωμάτων, έχουν κάνει τα τελευταία χρόνια οι επιστήμονες.

Οπως αναφέρει μιλώντας στο «Βήμα» η καθηγήτρια Παιδιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, λοιμωξιολόγος, αντιπρόεδρος του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ) κυρία Μαρία Θεοδωρίδου, έχουμε πλέον στα χέρια μας αποτελεσματικά εμβόλια για τον μηνιγγιτιδόκοκκο, τα οποία, σε αντίθεση με τα παλαιότερα, μπορούν να εφαρμοστούν σε μικρές ηλικίες. Τον τελευταίο χρόνο μάλιστα είναι διαθέσιμο στην ελληνική αγορά το πρώτο τετραδύναμο συζευγμένο εμβόλιο για τον μηνιγγιτιδόκοκκο, το οποίο ενδείκνυται για χορήγηση σε εφήβους ηλικίας άνω των 11 ετών και καλύπτει τις τέσσερις βασικές οροομάδες του βακτηρίου Neisseria meningitides που προκαλεί μηνιγγιτιδοκοκκική νόσο (πρόκειται για τις οροομάδες Α, C, W135 και Υ). Σύμφωνα με την καθηγήτρια, στις ΗΠΑ και σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες το εμβόλιο έχει πάρει άδεια για χορήγηση και σε μικρά παιδιά ηλικίας δύο ετών και άνω ενώ ανάλογη έγκριση αναμένεται σύντομα και στη χώρα μας. Μεγάλη νίκη όμως ενάντια στη βακτηριακή μηνιγγίτιδα αναμένεται να επέλθει όταν «κατατροπωθεί» και η οροομάδα Β του βακτηρίου. Η κυρία Θεοδωρίδου τονίζει: «Η συγκεκριμένη είναι μια από τις μεγάλες προκλήσεις στον τομέα της ανάπτυξης εμβολίων. Εκτιμάται ότι ένα τέτοιο εμβόλιο θα είναι διαθέσιμο στα τέλη του 2012».

ΠΝΕΥΜΟΝΙΕΣ

«Ασπίδα» το εμβόλιο για τον πνευμονιόκοκκο

Μια από τις μεγαλύτερες απειλές, με υψηλή μάλιστα θνητότητα, αποτελεί η πνευμονιοκοκκική νόσος, η οποία «προτιμά» τα παιδιά κάτω των πέντε ετών καθώς και τους ενηλίκους άνω των 50 ετών – κυρίως όταν συνυπάρχουν υποκείμενα νοσήματα, όπως η συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, το βρογχικό άσθμα, ο σακχαρώδης διαβήτης. Σύμφωνα με μελέτη της Ευρωπαϊκής Πνευμονολογικής Εταιρείας το συνολικό κόστος της πνευμονίας (σε ό,τι αφορά τόσο φάρμακα και νοσοκομειακή περίθαλψη όσο και χαμένες ημέρες εργασίας) ανέρχεται σε 10 δισ. ευρώ ετησίως μόνο στην Ευρώπη. Την ίδια στιγμή στοιχεία δείχνουν ότι στη χώρα μας η χορήγηση του 13δύναμου συζευγμένου πνευμονιοκοκκικού εμβολίου οδηγεί σε εξοικονόμηση μεγαλύτερη από 4 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Ο πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών κ. Ανδρέας Κωνσταντόπουλος σημειώνει πως υπάρχουν νέα δεδομένα σε ό,τι αφορά τη χορήγηση του συγκεκριμένου εμβολίου. «Είδαμε ότι ύστερα από χορήγηση δύο δόσεων του παλαιού πολυσακχαριδικού εμβολίου, στη χορήγηση της τρίτης δόσης αυτό σταματά να είναι αποτελεσματικό.

Από μελέτες προέκυψε λοιπόν ότι η χορήγηση δύο δόσεων του νέου εμβολίου για τον πνευμονιόκοκκο, με απόσταση τουλάχιστον δύο μηνών μεταξύ τους, μπορεί να καλύψει το άτομο εφ’ όρου ζωής».

Εξασθενεί το ανοσοποιητικό σύστημα των παιδιών

Την πιθανή συσχέτιση μεταξύ χημικών ουσιών και εμβολίων αναδεικνύει για πρώτη φορά μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα, αν και, όπως διευκρίνισαν οι επιστήμονες, δεν υπάρχουν ακόμα αποδείξεις ότι όντως είναι οι ίδιες οι χημικές ουσίες και μόνο που «φρενάρουν» τους αμυντικούς μηχανισμούς, τους οποίους ενεργοποιούν τα εμβόλια.

Μια σειρά από οργανικές χημικές ουσίες που περιέχουν φθόριο και χρησιμοποιούνται σε συσκευασίες φαγητών, αδιάβροχα ρούχα και αντικολλητικά μαγειρικά σκεύη, όταν συσσωρεύονται στο αίμα, πιθανώς ευθύνονται για την εξασθένηση της άμυνας του ανοσοποιητικού συστήματος κατά των παθογόνων μικροοργανισμών. Αυτό έχει σαν συνέπεια τη μικρότερη αποτελεσματικότητα των παιδικών εμβολίων κατά του τετάνου και της διφθερίτιδας.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον περιβαλλοντικό επιδημιολόγο Φιλίπ Γκραντζαν της Σχολής Δημόσιας Υγείας του πανεπιστημίου Χάρβαρντ, μελέτησαν την επίπτωση που έχουν στα εμβόλια οι υπερφθοριωμένοι υδρογονάνθρακες (PFCs). Οι ουσίες αυτές είναι δυνατό να μεταφερθούν πριν τη γέννηση στα έμβρυα μέσω της μητέρας, καθώς και μετά τη γέννηση μέσω της απορρόφησής τους από το περιβάλλον, όπου έχουν διαρρεύσει και όπου δύσκολα διασπώνται.

«Η επίπτωση στους παιδικούς εμβολιασμούς από τους PFCs πρέπει να αντιμετωπισθεί ως δυνητική απειλή για τη δημόσια υγεία», δήλωσε ο επικεφαλής της έρευνας και ανέφερε ότι οι επιστήμονες εξεπλάγησαν από την μελέτη, που δείχνει ότι οι υπερφθοριωμένοι υδρογονάνθρακες είναι ίσως πιο τοξικοί για το ανοσοποιητικό σύστημα ακόμα και από τις διοξίνες, ενώ δεν αποκλείεται να μένουν στο αίμα των παιδιών για όλη τη ζωή τους.

Η νέα έρευνα έγινε σε περίπου 600 νήπια και παιδιά στις δανικές νήσους Φαρόε έδειξε ότι ο διπλασιασμός στη συγκέντρωση τριών βασικών PFC στο αίμα σχετιζόταν με μια μείωση κατά περίπου 50% των αντισωμάτων στα παιδιά ηλικίας επτά ετών, δηλαδή δύο έτη μετά την πραγματοποίηση του εμβολιασμού κατά του τετάνου και της διφθερίτιδας.

Findings
We randomly assigned 20 622 children from 385 schools to the BCG vaccination group and 18 507 children from 365 schools to the control group. The crude incidence of tuberculosis was 54·9 (95% CI 45·3–66·7) per 100 000 person-years in the BCG vaccination group and 72·7 (62·8–86·8) per 100 000 person-years in the control group. The overall vaccine effectiveness of a first BCG vaccination at school age was 25% (3–43%). In Salvador, where vaccine effectiveness was 34% (8–53%), vaccination of 381 children would prevent one case of tuberculosis and was cheaper than treatment. The frequency of adverse events was very low with only one axillary lymphadenitis and one ulcer greater than 1 cm in 11 980 BCG vaccinations.

Interpretation
Vaccination of school-age children without previous tuberculin testing can reduce the incidence of tuberculosis and could reduce the costs of tuberculosis control. Restriction of BCG vaccination to the first year of life is not in the best interests of the public nor of programmes for tuberculosis control.

Funding
UK Department for International Development, National Health Foundation.

By: Contemporary Pediatrics

Teenagers are much more likely to be up-to-date on their immunizations if all vaccinations are administered at 1 visit, and pediatricians need to do more to make that happen.

That’s the recommendation of a study that found that vaccination coverage for adolescents was increasing but could be improved for 3 vaccines added to the list of recommended immunizations from 2005 to 2007—the meningococcal conjugate vaccine (MenACWY); the tetanus, diphtheria, and acellular pertussis vaccine (Tdap); and for girls, the human papillomavirus vaccine (HPV).

Using data from the 2006-2009 National Immunization Survey-Teen, researchers found that coverage of Tdap increased from 11% to 56%; coverage of MenACWY increased from 12% to 54%, and coverage with at least 1 dose of HPV among girls increased from 25% to 44%. (The rate of 3 doses of HPV among girls increased from 18% to 27%.)

Overall, the percentage of teenagers who were up-to-date for all routinely recommended vaccines increased from 10% in 2006 to 41.8% in 2009, although those percentages varied widely among states.

Researchers suggest that simply making sure all vaccinations were administered at the same visit could raise those national rates substantially, to three-quarters of adolescents. They urge the development of strategies to improve how often pediatricians recommend and administer all vaccines during a visit. The researchers also said that parents need more education about the importance of vaccinations for teenagers.

An earlier study suggested that another way to make sure that teenagers get all their vaccines is to catch them early.

Although more than half of preteens make at least 1 vaccination visit when they are aged 11 to 12 years, pediatricians don’t always seize that opportunity to make sure patients receive all their recommended vaccinations as they move into adolescence.

The study showed that although recommended vaccinations for 11- and 12-year-old children are on the increase, more needs to be done. Researchers cited a 1996 recommendation to administer tetanus-diphtheria (Td) vaccine to 11- and 12-year-old children and the suggestion then that pediatricians could use that vaccination visit to make sure preteens catch up on other vaccines they might be missing—such as hepatitis B and measles-mumps-rubella vaccines.

According to those results, most patients received childhood immunizations by the time they were aged 11 years. At ages 11 to 12 years, more than half (54.9%) made at least 1 vaccination visit, and among adolescents who had made a vaccination visit at those ages and were eligible for vaccination, 19.5% did not receive Td and/or Tdap vaccines; 60.9% did not receive meningococcal-containing vaccines; and 62.4% did not receive HPV vaccines.

Although the analysis showed encouraging progress with implementing the 3 vaccines specifically recommended for 11- and 12-year-old children, researchers cautioned that many adolescents fall short on the recommended vaccinations and suggested to pediatricians “that more can be done to increase the frequency with which adolescents receive all necessary vaccines during a visit.”

Οι κλινικές δοκιμές εμβολίου κατά της μαλάριας σε παιδιά στην Αφρική έδωσαν ενθαρρυντικά σημάδια μειώνοντας τα εμβολιασμένα παιδιά που προσβλήθηκαν από την ασθένεια κατά 50%.

Το εμβόλιο γνωστό ως RTS,S είναι ένα από τα δύο γνωστά πειραματικά εμβόλια που βρίσκονται σε δοκιμή αυτή τη στιγμή ανά τον κόσμο. Σύμφωνα με την δημοσίευση των αποτελεσμάτων της πειραματικής εφαρμογής του, στο New England Journal of Medicine, η δοκιμαστική εφαρμογή έγινε σε 15.000 παιδιά κάτω των 18 μηνών σε επτά αφρικανικές χώρες.

Όπως δήλωσε ο Άντριου Γουίτι, επικεφαλής της φαρμακευτικής εταιρείας GSK που αναπτύσσει το εμβόλιο, μαζί με την μη κερδοσκοπική οργάνωση PATH Malaria Vaccine Initiative «τα δεδομένα δείχνουν ότι είμαστε στο κρίσιμο σημείο αιχμής στην ολοκλήρωση του πρώτου εμβολίου κατά της μαλάριας».

Κάθε χρόνο πάνω από 225 εκατομμύρια άνθρωποι προσβάλλονται από μαλάρια και 800.000 από αυτούς που πεθαίνουν είναι παιδιά στην Αφρική. Προς το παρόν οι ειδικοί ελπίζουν ότι αν και το εμβόλιο δεν προσφέρει ανοσία στο 100% των περιπτώσεων θα βοηθήσει να μειωθούν τα θύματα της αρρώστιας, αλλά εκφράζουν ανυσηχίες για την τελική τιμή του.

Για να ξεχωρίσουμε το γεγονός από το μύθο, ας ρίξουμε μια ματιά στην επιστημονική έρευνα που έχει γίνει μέχρι σήμερα σχετικά με τα εμβόλια.

Τα εμβόλια, συχνά δημιουργούν αντικρουόμενες απόψεις, ακόμη και μύθους ή ανακρίβειες σχετικά με τις συνέπειες και τη χρησιμότητά τους. Αν και κάποτε χαιρετίστηκαν ως θαύματα της σύγχρονης ιατρικής, συχνά πλέον δημιουργούν καχυποψίες και διαφωνίες.

Θα μπορέσουμε άραγε ποτέ να συμφωνήσουμε σχετικά με τους κινδύνους και τα οφέλη των εμβολίων; Ίσως όχι.

Αλλά για να ξεχωρίσουμε το γεγονός από το μύθο, ας ρίξουμε μια ματιά στην επιστημονική έρευνα μέχρι σήμερα σχετικά με τα εμβόλια.

Μερικά εμβόλια περιέχουν υδράργυρο – Γεγονός

Το thimerosal, ένα συντηρητικό που περιέχει υδράργυρο περίπου κατά 50%, αποτρέπει την μόλυνση από βακτήρια και μπορεί να βρεθεί στα περισσότερα αντιγριπικά εμβόλια

Ωστόσο, από το 2001, το thimerosal δεν υπάρχει στα συνηθισμένα παιδικά εμβόλια για παιδιά ηλικίας κάτω των 6. Επίσης υπάρχουν και εμβόλια για ενήλικες ή αντιγριπικά που δεν περιέχουν thimerosal, ή περιέχουν ελάχιστες ποσότητες αυτού του συντηρητικού.

Τα εμβόλια προκαλούν αυτισμό- Μύθος

Μια μικρή μελέτη του 1998 από τον Andrew Wakefield, ανέφερε πως βρήκε μια σύνδεση μεταξύ του εμβολίου της ιλαράς, της παρωτίτιδας και της ερυθράς (MMR) και τον αυτισμό, πυροδοτώντας πανικό που οδήγησε σε πτώση των ποσοστών ανοσοποίησης.

Η μελέτη αυτή θεωρείται πλέον εσφαλμένη και μάλιστα έχει αφαιρεθεί από το περιοδικό που τη δημοσίευσε. Το 2004 μάλιστα, δημοσιεύτηκε μια έκθεση που δεν βρήκε καμία επιστημονική απόδειξη ύπαρξης συνδέσμου μεταξύ του εμβολίου MMR και του αυτισμού. Όπως αναφέρουν οι γιατροί, είναι πιο επικίνδυνο για το παιδί να μην εμβολιαστεί καθόλου.

Τα εμβόλια μπορεί να έχουν παρενέργειες – Γεγονός

Τα εμβόλια έχουν βέβαια και κάποιους κινδύνους. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ο πόνος στο σημείο της ένεσης και ο πυρετός, τα οποία θεραπεύονται με παρακεταμόλη ή ιβουπροφαίνη. Λιγότερο κοινές είναι οι επιληπτικές κρίσεις και άλλοι κίνδυνοι που ποικίλλουν ανάλογα με το εμβόλιο. Για παράδειγμα, 1 στα 14.000 έχουν πρόβλημα μετά το εμβόλιο DTaP (για τέτανο, διφθερίτιδα, κοκκύτη) και 1 στα 3000 μετά το εμβόλιο MMR (για ιλαρά, ερυθράς και μαγουλάδες).

Μερικά παιδιά διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για παρενέργειες από άλλα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να είστε προσεκτικοί ή να παραλείψετε τα εμβόλια.

Είστε ασφαλείς, αν όλοι οι άλλοι είναι εμβολιασμένοι – Μύθος

Δυστυχώς αυτός είναι ένα μεγάλος μύθος. Συχνά, οικογένειες ή άτομα που δεν εμβολιάζονται από επιλογή, βρίσκονται σε ίδια σχολεία, ή άλλους χώρους, γεγονός που καθιστά πολύ εύκολη την εξάπλωση ασθενειών.

Τα εμβόλια εγγυώνται την προστασία σας – Μύθος

Τα εμβόλια δεν προσφέρουν 100% εγγύηση ότι δε θα αρρωστήσετε. Αλλά αποτελούν μια τεράστια βοήθεια.

Για παράδειγμα, ακόμη κι αν κάνετε το εμβόλιο της γρίπης, μπορείτε ακόμη να αρρωστήσετε, αλλά το πιθανότερο είναι, με ελαφρά μορφή.

Για την καλύτερη προστασία, οι ειδικοί βασίζονται στη «γενική ανοσία» -όσο περισσότεροι άνθρωποι εμβολιάζονται, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητές προστασίας για όλους, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων που δε μπορούν να κάνουν εμβόλια λόγω ηλικίας, υγείας, ή άλλων λόγων.

Τα πολλά εμβόλια αποδυναμώνουν το ανοσοποιητικό σύστημα – Μύθος

Οι γιατροί υποστηρίζουν ότι ισχύει ακριβώς το αντίθετο: κάθε δόση επιτρέπει στο σώμα να οργανώνει το ανοσοποιητικό του σύστημα και να κάνει αντισώματα, ώστε να μπορεί να καταπολεμά μια μόλυνση, αν εμφανιστεί.

Στα παιδιά εφαρμόζονται πολλά εμβόλια, ώστε να τους παρέχεται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προστασία, όσο το δυνατόν νωρίτερα.

Τα εμβόλια είναι μόνο για τα παιδιά – Μύθος

Υπάρχουν πολλά εμβόλια που μπορούν να ενισχύσουν τους εφήβους και τους ενήλικες, μικρούς και μεγάλους, ώστε να είναι υγιείς. Το πιο συνηθισμένο είναι το εμβόλιο της γρίπης.

Επίσης, οι φοιτητές θα πρέπει να κάνουν το εμβόλιο κατά της μηνιγγίτιδας και οι ηλικιωμένοι το εμβόλιο κατά της πνευμονίας.

Οι ενήλικες καλό είναι επίσης να κάνουν το εμβόλιο για τον τέτανο και τον κοκκύτη. Τα παιδιά δεν είναι πλήρως «καλυμμένα» κατά του κοκκύτη μέχρι την ηλικία των 4. Τα μωρά διατρέχουν υψηλό κίνδυνο εκδήλωσης αυτής της ασθένειας και ο κοκκύτης μπορεί να μεταδοθεί στα βρέφη από τους ενήλικες με ολοένα και μικρότερη ανοσία.

Οι έγκυες γυναίκες δεν επιτρέπεται να κάνουν εμβόλια – Γεγονός και Μύθος

Σύμφωνα με τους γιατρούς, οι έγκυες γυναίκες δεν θα πρέπει να κάνουν εμβόλιο για την ανεμοβλογιά ή το εμβόλιο MMR.

Αλλά το εμβόλιο της γρίπης είναι ασφαλές και μάλιστα συνιστάται για τις έγκυες γυναίκες. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, το ανοσοποιητικό σύστημα των γυναικών βρίσκεται σε κίνδυνο, γεγονός που τις καθιστά πιο επιρρεπείς σε λοιμώξεις.

Η φυσική ανοσία είναι προτιμότερη – Γεγονός

Οι λοιμώξεις έχουν περισσότερες πιθανότητες από ό, τι τα εμβόλια για να δημιουργήσουν διά βίου ανοσία (με εξαίρεση τη γρίπη). Αλλά αυτό δε σημαίνει κιόλας ότι θα πρέπει να αφήσετε το παιδί σας να υποφέρει από τις αρρώστιες.

Το πρόβλημα με τη φυσική ανοσία, είναι ο κίνδυνος επιπλοκών. Η ανεμοβλογιά μπορεί να οδηγήσει σε εγκεφαλίτιδα, πνευμονία, ή, εάν το παιδί πειράζει τα σημάδια του, σε δερματικές λοιμώξεις. Επίσης, μια λοίμωξη της πολιομυελίτιδας μπορεί να προκαλέσει μόνιμη παράλυση, η παρωτίτιδα, κώφωση κ. ά. Καλύτερα λοιπόν να μην το ρισκάρετε.

Τα εμβόλια δεν είναι αναγκαία, γιατί οι περισσότερες ασθένειες έχουν εξαλειφθεί – Μύθος

Η μόνη μολυσματική ασθένεια στον άνθρωπο που έχει εξαλειφθεί σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι η ευλογιά, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ). Ακόμα και σήμερα υπάρχουν εξάρσεις ασθενειών όπως η ιλαρά, η παρωτίτιδα και ο κοκκύτης.

Τα εμβόλια μπορεί να σας προστατεύσουν αν συναναστρέφεστε με άτομα που δεν έχουν εμβολιαστεί.

http://www.clickatlife.gr/story/ygeia/muthoi-kai-alitheies-gia-ta-embolia?id=2060487

August 2, 2011 — The trivalent inactivated influenza vaccine (TIV) does not seem to be associated with serious adverse events, say the authors of a self-controlled screening study of more than 60,000 children.

Lead author Jason M. Glanz, PhD, from the Institute for Health Research, Kaiser Permanente, Denver, Colorado, and colleagues screened children 24 to 59 months of age who were enrolled in 7 managed care organizations over 4 influenza seasons between October 1, 2002, and March 31, 2006. “To our knowledge, this investigation represents the largest TIV screening study for children [in this age range] to date,” they write in the August issue of the Archives of Pediatric & Adolescent Medicine.

They observed a significant, temporal relationship between vaccine administration and only 4 acute, nonserious conditions: fever and limb soreness, which were known adverse events, and vomiting and diarrhea, which had been identified in earlier safety studies.

Annual influenza vaccination was first recommended for children aged 6 to 23 months in 2004, write Dr. Glanz and his coauthors. The age range was gradually expanded to 18 years by 2008. However, although vaccine efficacy can be demonstrated through direct observation, its safety must be inferred from a relative lack of adverse events associated temporally with administration. This makes large, postmarketing studies important vehicles for detecting adverse events, particularly rare and serious ones that may have been missed in prelicensure clinical trials. One study examined safety in all children under 18 years of age, but it was conducted before the expanded age recommendations. Dr. Glanz and colleagues’ study is the first to gather safety data specifically for the 24-month to 59-month age group.

The authors looked for evidence of medically attended events (MAEs) in children aged 24 to 59 months who had received at least 1 TIV dose during the study period. Multiple vaccinations in the same child were treated as independent exposures. The investigators used a self-controlled case series analysis to examine the temporal relationship between TIV and the incidence of MAEs. In this type of analysis, “the incidence rate of events in postvaccination risk windows is compared with the incidence rate in unexposed periods before and after the risk windows. Only individuals who experience the event of interest are included in the analysis, and each individual acts as his or her own control.” This design controls for potentially confounding variables such as sex, race or ethnicity, and chronic health conditions, the authors explain. Overall, the study cohort included 66,283 children who received 91,692 doses of TIV.

The investigators studied the records for 5 potentially serious MAEs: cellulitis and skin reactions, hypotension, cardiac events, nervous system disorders, and gastrointestinal (GI) tract disorders. When the data were restricted to events confirmed through medical records, the only condition significantly associated with vaccination was aggregated GI tract disorders in children with a high-risk health condition (incidence rate ratio [IRR], 7.7; 95% confidence interval [CI], 1.11 – 53.52; P = .04). Other conditions significantly associated with TIV were GI tract symptoms, such as vomiting and diarrhea (IRR, 1.18; 95% CI, 1.1 – 1.25), and fever (IRR, 1.71; 95% CI, 1.64 – 1.80). There was also an association with nonconfirmed reports of limb soreness (IRR, 3.56; 95% CI, 1.3 – 9.75; P = .01).

In a secondary analysis examining the risk for MAEs in children who received multiple doses of TIV, the authors observed an apparent dose response between the vaccine and allergic reactions in the 1- to 3-day risk window. “The respective IRRs for the second through the fifth doses increased incrementally from 6.19 to 16.45 and were statistically significant,” they write.

Numerous associations were examined in an effort to maximize the detection of important safety signals, so it is possible that statistically significant signals may have appeared simply by chance, the authors state. Also, they obtained their data from managed care organizations, which did not keep these statistics for research purposes, so some of the MAEs may have been misclassified. In addition, some rare adverse events may have been missed, despite the large cohort size.

Nevertheless, they conclude, “our results provide additional evidence that TIV is safe in young children.”

This study was funded through a subcontract with America’s Health Insurance Plans under a contract from the Centers for Disease Control and Prevention. The authors have disclosed no relevant financial relationships.

Arch Pediatr Adolesc Med. 2011;165:749-755. Abstract