Archive for the 'Εμβολιασμοί' Category

Κινδυνεύουν κυρίως βρέφη, παιδιά και έφηβοι

Να εντείνουν τα προγράμματα εμβολιασμού τους ώστε να σταματήσουν την εξάπλωση της ιλαράς και να πετύχουν το στόχο της εξάλειψης της μεταδοτικής αυτής ασθένειας ως το 2015, κάλεσε σήμερα τις ευρωπαϊκές χώρες ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ).

Μεταξύ του Ιανουαρίου και του Ιουλίου του 2011 καταγράφηκαν περισσότερες από 26.000 επιβεβαιωμένες περιπτώσεις ιλαράς σε 40 από τις 56 ευρωπαϊκές χώρες, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό γραφείο του ΠΟΥ. Επιπλέον το 2011 αναφέρθηκαν εννέα περιπτώσεις θανάτων που συνδέονται με την ασθένεια, εκ των οποίων οι επτά αφορούσαν ανθρώπους μεγαλύτερους των 10 ετών.

«Η ιλαρά δεν είναι η αθώα ασθένεια που πολλοί πιστεύουν ότι είναι. Όπου μπορούμε να προλάβουμε τις ασθένειες και το θάνατο πρέπει να το κάνουμε», δήλωσε η περιφερειακή διευθύντρια του ΠΟΥ για την Ευρώπη Σουζάνα Τζακάμπ.

Η ασθένεια μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές, μεταξύ αυτών πνευμονία ή εγκεφαλίτιδα. Βρέφη, μικρά παιδιά και νεαροί άνθρωποι ηλικίας 15 με 29 ετών κινδυνεύουν περισσότερο από την ιλαρά.

Οι περισσότερες περιπτώσεις καταγράφονται στη δυτική Ευρώπη, με τη Γαλλία να είναι πρώτη στον κατάλογο με καταγεγραμμένες 14.000 περιπτώσεις.

Πάνω από 6 εκατ. παιδιά θα μπορούσαν να σωθούν και δισεκατομμύρια δολάρια να εξοικονομηθούν αν ήταν ευρύτερα διαθέσιμα εμβόλια σε 72 από τις φτωχότερες χώρες του κόσμου, σύμφωνα με έρευνες που δόθηκαν σήμερα στη δημοσιότητα από την Παγκόσμια Συμμαχία για τα Εμβόλια και την Ανοσοποίηση (GAVI) και το Ινστιτούτο Αναπτυξιακών Αποτελεσμάτων.
Ο εμβολιασμός των παιδιών κατά των ασθενειών όπως η πνευμονιοκοκκική πνευμονία, η αιμοφιλική γρίπη τύπου Β, η νόσος Hib, η διφθερίτιδα, ο κοκκύτης, ο τέτανος, η ιλαρά, ο ροταϊός – η πιο συνηθισμένη αιτία σοβαρής γαστρεντερίτιδας σε βρέφη και μικρά παιδιά – είναι κοινή πρακτική στις πλουσιότερες χώρες, αλλά πολλές φτωχές χώρες έχουν μικρή ή καθόλου πρόσβαση σε αυτά τα εμβόλια.
Σε μία σειρά μελετών της ιατρικής επιθεώρησης Health Affairs, ειδικοί της δημόσιας υγείας και επιστήμονες προβλέπουν ότι αν, στις φτωχότερες χώρες του κόσμου, εμβολιαζόταν το 90% των παιδιών, θα μπορούσαν να έχουν εξοικονομηθεί περισσότερα από 151 δισ. δολάρια σε έξοδα θεραπείας και σε χαμένη παραγωγικότητα. Μέσα σε μια δεκαετία το όφελος θα ήταν 231 δισ. δολάρια.
Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι θα μπορούσαν να σωθούν οι ζωές περίπου 6,4 εκατ. παιδιών. Ωστόσο, μία από τις έρευνες που διεξήχθη από την Παγκόσμια Συμμαχία για τα Εμβόλια και την Ανοσοποίηση (GAVI) και το Ινστιτούτο Αναπτυξιακών Αποτελεσμάτων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι φτωχές χώρες θα πιέζονταν πολύ να αντεπεξέλθουν στις οικονομικές απαιτήσεις για την επέκταση των προγραμμάτων εμβολιασμού χωρίς την βοήθεια δωρητών.
“Χωρίς σημαντική βοήθεια από διεθνείς δωρητές, οι φτωχότερες χώρες θα πιεστούν πολύ για να καταβάλουν το απαραίτητο αντίτιμο, ώστε να καλυφθούν όλα τα παιδιά με εμβόλια που θα σώσουν τη ζωή τους,” δήλωσε μία από τις συγγραφείς της έρευνας, η Ελεν Σαξενιάν του Ινστιτούτου Αναπτυξιακών Αποτελεσμάτων στην Ουάσινγκτον .
Οι έρευνες που δημοσιεύονται στην επιθεώρηση Health Affairs χρηματοδοτήθηκαν από το Ίδρυμα Μπιλ και Μελίντα Γκέιτς, το οποίο χρηματοδοτεί προγράμματα υγείας σε φτωχές χώρες, ενώ χρηματοδοτεί και την GAVI.
Πολλές γνωστές φαρμακοβιομηχανίες ανακοίνωσαν τη Δευτέρα ότι θα μειώσουν ορισμένες από τις τιμές των εμβολίων που πωλούνται στις αναπτυσσόμενες χώρες σε μία προσπάθεια να στηρίξουν τις προμήθειές τους μέσω της GAVI.
Τα εμβόλια για ασθένειες όπως η φυματίωση και η ελονοσία θα κυκλοφορήσουν στην αγορά σε τρία με πέντε χρόνια.
Δύο άλλες έρευνες της Health Affairs ανέλυσαν τα πιθανά οφέλη για τα παιδιά στις 72 φτωχές χώρες που υποβάλλονται σε όλους τους συνήθεις εμβολιασμούς συν του εμβολιασμού κατά της ελονοσίας.
Η GAVI υποστηρίζει ότι έχει συμβάλλει στην πρόληψη περισσοτέρων από πέντε εκατομμυρίων θανάτων παιδιών την τελευταία δεκαετία μέσω των προγραμμάτων εμβολιασμού και με τους απαραίτητους πόρους θα συμβάλλει στην πρόληψη άλλων τεσσάρων εκατομμυρίων μέχρι το 2015.

Ωρολογιακή βόμβα για τη δημόσια υγεία ο υπο-εμβολιασμός των εφήβων, σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου Αθηνα

Στην ηλικία του η λέξη «συμμόρφωση», με τους κανόνες, με τους γονείς, με το σχολείο, με ό,τι ονομάζουμε καθεστηκυία τάξη, είναι (σχεδόν) άγνωστη – ή μάλλον καλύτερα θα προτιμούσε να την ξεχάσει. Είναι έφηβος και θέλει – στον βαθμό που μπορεί – να ακολουθεί τους δικούς του (ακατάληπτους για τους ενηλίκους) κανόνες. Αντιδράει σε οτιδήποτε του επιβάλλουν· φανταστείτε λοιπόν την αντίδρασή του όταν του λένε ότι πρέπει να κάνει αναμνηστική δόση ενός εμβολίου από αυτά που κάνουν τα… μωρά. Παράλληλα οι γονείς, συγχυσμένοι από τη δύσκολη φάση της εφηβείας του παιδιού τους, θεωρούν αρκετές φορές ήσσονος σημασίας εκείνο το «τσίμπημα» που πρέπει να γίνει στο τέκνο τους. Μπορεί επίσης ως μετανάστες να πασχίζουν τόσο για το προς το ζην που το εμβόλιο του παιδιού τους να αποτελεί «ψιλά γράμματα». Από την άλλη κάποιοι γονείς που ξέρουν να διαβάζουν τα «ψιλά γράμματα» χάρη στο ανώτερο μορφωτικό τους επίπεδο είναι πιθανόν να διστάζουν να υποβάλουν το έφηβο παιδί τους σε άλλο ένα εμβόλιο (αφού συχνά-πυκνά ακούγεται ότι αυτά συνδέονται με παρενέργειες).

Σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα είναι ένα: στον 21ο αιώνα οι έφηβοι στη χώρα μας είναι ανεπαρκώς εμβολιασμένοι, όπως καταδεικνύει μια νέα μελέτη ειδικών της Μονάδας Εφηβικής Υγείας του Πανεπιστημίου Αθηνών που παρουσιάζει σήμερα το «Βήμα» – μόλις το 22,7% των συμμετεχόντων στη μελέτη είχε εμβολιαστεί πλήρως με όλα τα συνιστώμενα για την ηλικία του εμβόλια. Τη στιγμή που η επιστήμη έχει προσφέρει και συνεχίζει να προσφέρει αυτά τα πολύτιμα προληπτικά «όπλα» στον πληθυσμό, τα οποία μάλιστα του παρέχονται δωρεάν, η νέα γενιά, που έχει όλη τη ζωή μπροστά της, αφήνει το μέλλον της στην τύχη που μπορεί να μετατραπεί σε… ατυχία. Το μήνυμα της νέας μελέτης είναι σαφές προς τους εφήβους, αλλά και προς τους γονείς τους: ένα τόσο δα τσίμπημα μπορεί να αποτελέσει την πιο καλή «ασπίδα» ενάντια σε εχθρούς της υγείας που απειλούν να… τσιμπήσουν χρόνια (υγιούς) ζωής.

Είμαστε τυπικοί μόνο τα πρώτα χρόνια
Η νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Απριλίου του επιστημονικού περιοδικού «European Journal of Pediatrics» διεξήχθη από ειδικούς της Μονάδας Εφηβικής Υγείας (ΜΕΥ) της Β’ Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου των Αθηνών στο Νοσοκομείο Παίδων «Παν. & Αγλ. Κυριακού» (κυρίες Ειρήνη Σάκου, Αρτεμις Τσίτσικα και Ελένη Τζαβέλα, διευθυντής καθηγητής Δ. Καφετζής), σε συνεργασία με συναδέλφους τους από τη Β’ Παιδιατρική Κλινική (κυρίες Βασιλική Παπαευαγγέλου και Μαρίζα Τσολιά). Περιελάμβανε 1.005 εφήβους ηλικίας από 11 ως 19 ετών (μέση ηλικία τα 14 έτη) οι οποίοι επισκέφθηκαν τη Μονάδα Εφηβικής Υγείας κατά το 2009.

Από τα αποτελέσματα προέκυψε ότι οι γονείς εξαντλούν πολύ νωρίς τη φροντίδα και την προσοχή τους σε ό,τι αφορά τα εμβόλια των τέκνων τους. Τα υψηλότερα ποσοστά εμβολιαστικής κάλυψης καταγράφονταν στους παιδικούς εμβολιασμούς: σε ό,τι αφορούσε το εμβόλιο της πολιομυελίτιδας, αλλά και της ηπατίτιδας Β ήταν 96%, σε ό,τι αφορούσε το εμβόλιο ιλαράς, παρωτίτιδας, ερυθράς ήταν 93,1%, ενώ τα ποσοστά κάλυψης με το εμβόλιο της μηνιγγίτιδας C έφθαναν στο 83,4%. Σχετικά με τη μηνιγγίτιδα C το καλό νέο είναι ότι από το 2006, οπότε το εμβόλιο εισήχθη στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών, εμφανίστηκε διπλασιασμός στα ποσοστά εμβολιασμού των παιδιών. Ωστόσο στη μελέτη τονίζεται ότι αυτό το καλό νέο μπορεί σε μερικά χρόνια να γίνει δυσάρεστη πραγματικότητα. Και αυτό διότι η προστασία που προσφέρει μια δόση του εμβολίου είναι περιορισμένη, όπως έδειξε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Vaccine» (Sakou et al, 2009), και μέχρι πρότινος δεν υπήρχε σύσταση για χορήγηση ενισχυτικής δόσης, γεγονός που όπως σημειώνεται «κάνει τους εφήβους ευάλωτους σε αυτήν την καταστρεπτική ασθένεια». Η πρόσφατη σύσταση για την εφαρμογή του τετραδύναμου εμβολίου κατά του μηνιγγιτιδόκοκκου στην εφηβεία αναμένεται να λύσει το πρόβλημα αυτό.

Επαναληπτικοί εμβολιασμοί στον αέρα
Τα ποσοστά καταποντίζονταν όμως σε ό,τι αφορούσε τα εμβόλια που πρέπει να γίνονται στην εφηβεία: το ποσοστό κάλυψης των εφήβων με το εμβόλιο για τέτανο – διφθερίτιδα – ακυτταρικό κοκκύτη ήταν μόλις 39,6%. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι συγγραφείς της μελέτης τονίζουν ειδικά για τον κοκκύτη ότι η συχνότητα εμφάνισής του τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί στους εφήβους και στους ενηλίκους «μετατρέποντάς τους σε “οχήματα” για μετάδοση της ασθένειας στα βρέφη».

Τα ποσοστά εμβολιαστικής κάλυψης για την ηπατίτιδα Α έφθαναν το 59,1% _ στη μελέτη αναφέρεται ότι είναι απαραίτητη η αύξηση της κάλυψης του εφηβικού πληθυσμού με το συγκεκριμένο εμβόλιο με δεδομένο ότι οι έφηβοι αποτελούν ομάδα υψηλού κινδύνου για τη νόσο.

Για την ανεμευλογιά το ποσοστό κάλυψης με το αντίστοιχο εμβόλιο ήταν 13,8% στους εφήβους χωρίς ιστορικό της νόσου, οι οποίοι αποτελούσαν περίπου το 25% του δείγματος (σημειώνεται ότι σύμφωνα με τις συστάσεις των ειδικών έφηβοι που δεν έχουν νοσήσει με ανεμευλογιά πρέπει να εμβολιάζονται με δύο δόσεις του εμβολίου και με μεσοδιάστημα 6-8 εβδομάδων). Οι ειδικοί που βρίσκονται πίσω από τη μελέτη υπογραμμίζουν ότι στα παιδιά που δεν έχουν νοσήσει με ανεμευλογιά, ο μη εμβολιασμός ή έστω ο εμβολιασμός με μια μόνο δόση του εμβολίου τα καθιστά ευάλωτα στην ασθένεια. Με δεδομένο μάλιστα ότι η ανεμευλογιά της εγκύου μπορεί να οδηγήσει σε συγγενή μορφή της νόσου στο νεογνό (με πιθανά επακόλουθα νοητική υστέρηση, προβλήματα όρασης, διαταραχές της ανάπτυξης, μικροκεφαλία), αντιλαμβάνεται κάποιος εύκολα ότι ένα απλό εμβόλιο μπορεί να σώσει από πολύ σύνθετα προβλήματα υγείας.

Οπως αναφέρει στο «Βήμα» η παιδίατρος και υπεύθυνη της ΜΕΥ κυρία Τσίτσικα, η οποία ήταν από τις κύριες ερευνήτριες της νέας μελέτης, οι γονείς αλλά και τα ίδια τα παιδιά δεν πρέπει να ξεχνούν ότι οι εμβολιασμοί συνεχίζονται στην εφηβεία. «Με δεδομένο ωστόσο ότι η εφηβεία αποτελεί μια ιδιαίτερη περίοδο κατά την οποία τα παιδιά συχνά δεν συμμορφώνονται σε συστάσεις και λόγω του προγράμματός τους δεν επισκέπτονται εύκολα τον γιατρό, είναι σημαντικό για τον παιδίατρο να έχει ολοκληρώσει όσο περισσότερους εμβολιασμούς μπορεί ως την ηλικία περίπου των 14 ετών του παιδιού». Η ειδικός τονίζει ότι σύμφωνα με νέα εγκύκλιο ο παιδίατρος μπορεί να συνεχίσει την παρακολούθηση των εφήβων ως και τα 16 έτη.

Μετανάστες, αγρότες και… μορφωμένοι
Μάλιστα η ανησυχητική εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία της μελέτης μπορεί να είναι ακόμη πιο «αιχμηρή» για το μέλλον της υγείας των παιδιών μας και αυτό γιατί κάποιες ομάδες πληθυσμού παρουσίασαν ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά εμβολιασμού, και συγκεκριμένα τα παιδιά μεταναστών. Επίσης, το ποσοστό εμβολιασμού φάνηκε να είναι μικρότερο στους εφήβους που κατοικούσαν σε μη αστικές περιοχές σε σχέση με αυτά που ήταν κάτοικοι μεγάλων αστικών κέντρων.

Εντύπωση προκαλεί πάντως το γεγονός ότι στην πλειονότητά τους οι έφηβοι της μελέτης προέρχονταν από οικογένειες στις οποίες οι γονείς (ποσοστό μεγαλύτερο του 60%) είχαν τριτοβάθμια εκπαίδευση. Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτό, ρωτήσαμε την ερευνήτρια. Εκείνη απάντησε ότι «αρκετές φορές το ανώτερο πνευματικό και μορφωτικό επίπεδο των γονέων τους κάνει πιο επιφυλακτικούς. Ενημερώνονται από διάφορες πηγές για τους εμβολιασμούς και μπορεί να είναι διστακτικοί στο να κάνουν εμβόλια στα παιδιά τους. Ωστόσο εάν μιλήσουν με τους ειδικούς θα αντιληφθούν ότι μια τέτοια αρνητική αντιμετώπιση αποβαίνει τελικώς εις βάρος των παιδιών».

Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχουν κάποιες φορές και έκτακτες συγκυρίες που μετατρέπονται σε τροχοπέδη για τους εμβολιασμούς. Μια τέτοια άκρως πιθανή περίπτωση ήταν η πρόσφατη πανδημία γρίπης. Το όλο θέμα που προέκυψε με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των πανδημικών εμβολίων φαίνεται να έκανε το κοινό να χάσει την εμπιστοσύνη του στους εμβολιασμούς γενικότερα. Πάντως η τάση αυτή φαίνεται να αλλάζει όπως δείχνει η κλινική πράξη, σύμφωνα με την κυρία Τσίτσικα.

Οι συγγραφείς της μελέτης τονίζουν στα συμπεράσματά τους ότι η εμβολιαστική κάλυψη των εφήβων είναι υψίστης σημασίας για ολόκληρο τον πληθυσμό. Για τον λόγο αυτό ζητούν δράση σε κεντρικό επίπεδο με εισαγωγή ηλεκτρονικού πληροφοριακού συστήματος για τους εμβολιασμούς που θα περιλαμβάνει και σύστημα υπενθύμισης. Υπογραμμίζουν επίσης τη σημασία της διαρκούς εκπαίδευσης τόσο των παιδιάτρων όσο και των γονέων. Οσο για τους εφήβους, για να μιλήσουμε στη γλώσσα τους, το μήνυμα των νέων στοιχείων είναι: «Μην τσιμπάς με όσα ακούς. Τσιμπήσου για το καλό σου»…

ΕΦΗΒΕΣ ΣΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΟΥ HPV

Για να μη μετατραπεί το νεανικό σεξ σε εφιάλτη, ο εμβολιασμός για τον ιό HPV θεωρείται απαραίτητος. Δυστυχώς, τα στοιχεία από τα μεγάλα νοσοκομεία της πρωτεύουσας το επιβεβαιώνουν

Πολύ χαμηλά, σύμφωνα με τη νέα μελέτη, ήταν τα ποσοστά κάλυψης με το σχετικά «φρέσκο» στην Ελλάδα εμβόλιο για τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV), ο οποίος αποτελεί τον κύριο «ένοχο» για την εμφάνιση καρκίνου του τραχήλου της μήτρας στις γυναίκες. Οι συγγραφείς σημειώνουν μάλιστα ότι η συγκεκριμένη ερευνητική εργασία είναι η πρώτη που καταγράφει στη χώρα μας την εμβολιαστική κάλυψη των εφήβων κοριτσιών για τον HPV. Από τον Ιανουάριο του 2008 η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών έχει συστήσει τον εμβολιασμό όλων των εφήβων κοριτσιών ηλικίας 12-15 ετών για τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (ακόμη και των νεαρών γυναικών ως την ηλικία των 26 ετών σε περίπτωση που δεν έχουν εμβολιαστεί νωρίτερα). Ωστόσο η μελέτη έδειξε ότι μόλις μία στις 10 έφηβες (συγκεκριμένα ποσοστό 11,9%) έχει λάβει το συγκεκριμένο εμβόλιο, το οποίο σύμφωνα με τους ειδικούς μπορεί να σώσει πολλές ζωές από έναν άκρως θανατηφόρο καρκίνο.

Οπως εξηγεί η υπεύθυνη της Μονάδας Εφηβικής Υγείας στο Νοσοκομείο Παίδων «Παν. & Αγλ. Κυριακού» κυρία Αρτεμις Τσίτσικα, δεν είναι λίγοι οι παιδίατροι που συνιστούν στις έφηβες να καθυστερήσουν τον εμβολιασμό για τον HPV (να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα κυκλοφορούν δύο τέτοια εμβόλια). Ωστόσο υπάρχουν σημαντικοί λόγοι για τους οποίους είναι απαραίτητο ο εμβολιασμός να γίνει στην ώρα του. «Οι λόγοι αυτοί αφορούν τη βέλτιστη αντισωματική απόκριση των μικρότερων εφήβων, τις ηπιότερες παρενέργειες στο σημείο της ένεσης και τη σπανιότερη εμφάνιση πυρετού. Είναι σημαντικό να μη χαθεί η ευκαιρία να γίνει αυτό το εμβόλιο ζωής στα κορίτσια, αφού μετά τα 14 έτη οι έφηβοι σπάνια χρησιμοποιούν υπηρεσίες υγείας, καθώς εστιάζουν στη σχολική επίδοση, στις δραστηριότητες και στο συναρπαστικό ταξίδι της εφηβικής ηλικίας. Την ίδια στιγμή οι γονείς επηρεάζουν όλο και λιγότερο το νεαρό άτομο, καθώς τα χρόνια περνούν είναι συχνά αμήχανοι μπροστά στον καταιγισμό των μεταβολών και συμπεριφορών της εφηβείας και προσπαθώντας τελικά να ισορροπήσουν μπορεί να αμελήσουν θέματα όπως οι εμβολιασμοί» επισημαίνει η ειδικός. Συμπληρώνει ότι το κόστος του μη εμβολιασμού δεν είναι μόνον ατομικό, αλλά επίσης και κοινωνικό και οικονομικό. «Οσον αφορά τους δισταγμούς για το συγκεκριμένο εμβόλιο, τόσο η ασφάλεια όσο και η αποτελεσματικότητά του έχουν ελεγχθεί και πιστοποιηθεί. Μαθηματικά μοντέλα και έγκριτες κλινικές μελέτες έχουν αποδείξει το όφελος για τον πληθυσμό από τον μαζικό εμβολιασμό».

Τα οφέλη αυτά όμως μάλλον δεν έχουν γίνει αντιληπτά, αν αναλογιστεί κάποιος ότι τα δεδομένα χορήγησης της πρώτης δόσης του εμβολίου σε κορίτσια κυμαίνονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Είναι τυχαίο άραγε ότι τη στιγμή που το 82% των γονέων γνωρίζει τη συσχέτιση μεταξύ του HPV και του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας μόνο δύο στους δέκα έχουν εμβολιάσει την κόρη τους; Και ενώ οι γονείς διστάζουν, πρόσφατη μελέτη της ΜΕΥ έδειξε ότι στην Αττική το 16% του δείγματος σχολικού εφηβικού πληθυσμού έχει ξεκινήσει σεξουαλική δραστηριότητα με μέση ηλικία έναρξης τα 14 έτη, ενώ ένα επιπλέον ποσοστό 19,5% πειραματίζεται σεξουαλικά με τρόπους εκτός της πλήρους διεισδυτικής επαφής με μέση ηλικία τα 13,5 έτη!

Ιδού τώρα και το χειρότερο όλων: παρ’ ότι από τους εφήβους αυτής της μελέτης το 85% ανέφερε ότι χρησιμοποιεί προφυλακτικό, μόνο το 30% δήλωσε ότι το χρησιμοποιεί σε κάθε επαφή και καθ’ όλη τη διάρκεια της επαφής. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των επικίνδυνων πρακτικών δείχνει άλλη μελέτη της Μονάδας Εφηβικής Υγείας που διεξήχθη σε συνεργασία με την Α’ Γυναικολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς και με τα εργαστήρια Υγιεινής και Επιδημιολογίας του Πανεπιστημίου των Αθηνών, Λοιμώξεων του Λαϊκού Νοσοκομείου και Ιολογίας του Νοσοκομείου «Aγιος Σάββας». Οπως προέκυψε από αυτήν, από σεξουαλικώς δραστήριες έφηβες ηλικίας 13,8 ως 19 ετών που προσήλθαν στη Μονάδα, το 54% ήταν θετικό σε κάποιον τύπο του ιού ΗPV, ενώ μία στις τέσσερις ήταν θετική σε τύπο υψηλού κινδύνου για καρκίνο! Προς γνώσιν και συμμόρφωσιν (κυρίως των μεγάλων, αφού οι μικροί είναι επόμενο να μη συμμορφώνονται εύκολα…)

Πεννυ Μπουλουτζα
Από τις αρχές του έτους έως σήμερα καταγράφηκαν στην Ελλάδα 178 θάνατοι λόγω επιπλοκών της γρίπης. Οκτώ στους δέκα ασθενείς που έχασαν τη ζωή τους ανήκαν στις λεγόμενες «ομάδες υψηλού κινδύνου» για επιπλοκές της γρίπης και για τις οποίες συστήνεται εμβολιασμός για την εποχική γρίπη. Από αυτούς, αυτοί που είχαν «υπακούσει» στις συστάσεις των ειδικών και είχαν εμβολιαστεί μετρούνται στα δάχτυλα μιας παλάμης. Εάν όμως είχαν σπεύσει να εμβολιαστούν, πιθανότατα να μην είχαν νοσήσει.
Αυτή είναι η σοβαρότερη παρενέργεια της αντιεμβολιαστικής κουλτούρας που τείνει να αναπτυχθεί και στη χώρα μας μετά την περυσινή «πανδημία γρίπης». Αυτή η κουλτούρα βρίσκει οπαδούς και μεταξύ των επαγγελματιών Υγείας: εφέτος, μόλις 18,6% των Ελλήνων ιατρών και εργαζομένων στις μονάδες Yγείας έχουν κάνει το εμβόλιο, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ενωση είναι κατά μέσο όρο 40% και στις ΗΠΑ ξεπερνάει το 90%.
Στη σημασία του εμβολιασμού των επαγγελματιών Yγείας για την προστασία των ίδιων, αλλά και των ασθενών τους, εστιάζει η φετινή Ευρωπαϊκή Εβδομάδα Εμβολιασμών που «ολοκληρώνεται» αύριο. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, «τα εμβόλια σώζουν περισσότερα από 3 εκατομμύρια ζωές παγκοσμίως κάθε χρόνο και προφυλάσσουν ακόμη περισσότερα εκατομμύρια άτομα από νόσο ή ισόβια αναπηρία». Οι επιτυχημένες στρατηγικές εμβολιασμού έχουν και σημαντικό οικονομικό όφελος. Είναι χαρακτηριστικά τα αποτελέσματα μιας πρόσφατης ελληνικής φαρμακοοικονομικής μελέτης, σύμφωνα με την οποία, ο συστηματικός εμβολιασμός με συγκεκριμένο πνευμονιοκοκκικό εμβόλιο θα επέφερε, εκτός από την πρόληψη των επικίνδυνων για τη ζωή πνευμονιοκοκκικών λοιμώξεων, ετήσια εξοικονόμηση 4,4 εκατομμυρίων ευρώ για το δημόσιο σύστημα υγείας της χώρας μας. Το μήνυμα ευαισθητοποίησης για τον εμβολιασμό, που έστειλαν πρόσφατα σε ειδική εκδήλωση η πρόεδρος του Δ. Σ. του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων κ. Τζένη Κρεμαστινού και ο καθηγητής Παιδιατρικής και πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμού κ. Α. Κωνσταντόπουλος, είναι επίκαιρο, αφού από το 2008 έχουν αρχίσει να καταγράφονται στην Ευρώπη μικρές επιδημίες ιλαράς (πέρυσι και στην Ελλάδα), κοκκύτη και παρωτίτιδας. Σύμφωνα με τους ειδικούς, αυτές οι επιδημίες συνεχίζουν να εξαπλώνονται στη Γηραιά Hπειρο, προκαλώντας νόσηση σε άτομα που δεν έχουν ανοσία ή δεν έχουν εμβολιαστεί επαρκώς. Και θα συνεχίζουν να εξαπλώνονται όσο μειώνεται το ποσοστό του πληθυσμού που έχει εμβολιαστεί.