Archive for the 'Παιδιατρική' Category

Regular egg consumption starting at 4 to 6 months of age does not change the risk for egg allergy at 1 year of age or older, compared with delayed introduction of eggs, the authors of a new study report.

However, some of the findings, which come from the Starting Time of Egg Protein (STEP) randomized, double-blind trial, do hint at a possible benefit of early egg introduction, they point out.

STEP participants had no allergic symptoms at the time of enrollment, although they had a hereditary risk for allergies, Debra J. Palmer, PhD, from the School of Paediatrics and Child Health, The University of Western Australia in Crawley, and colleagues write. This distinguishes STEP from studies such as the Learning Early About Peanut Allergy (LEAP) trial, for which an existing allergic disease, such as eczema, was a prerequisite. In LEAP, early and sustained consumption of peanut products was associated with a significant decrease in the incidence of peanut allergy.

“We found no evidence that regular egg intake from 4 to 6.5 months of age substantially alters the risk of egg allergy by 1 year of age, in infants who are at hereditary risk of allergic disease and had no eczema symptoms at study entry,” the authors conclude. “There is no need for routine testing of infants without eczema in the community to determine egg sensitization status prior to the introduction of egg and egg-containing foods when solids are introduced.”

The study was published online August 21 in the Journal of Allergy and Clinical Immunology.

Children were enrolled in STEP between the ages of 4 and 6.5 months. Their mothers had atopy, but the children themselves had no eczema or allergic illness and no previous consumption of egg. They were randomly assigned to receive an intervention (egg) or control (no egg) powder that was mixed into their food. The two preparations were similar in color, smell, texture, and taste and were administered once a day from the time of randomization until the children were 10 months of age. At 10 months of age, parents introduced cooked egg into the diets of all children in both trial groups.

Of the 820 original participants, 748 had the skin prick test and egg challenge at the 12-month examination. IgE-mediated egg allergy was diagnosed in 26 of 371 (7%) children in the intervention group and 39 of 377 (10.3%) in the control group.

The relative risk, adjusted for city, infant sex, breast-feeding status, and paternal history of allergic disease (aRR), was 0.75 (95% confidence interval [CI], 0.48 – 1.17; adjusted P = .20). But while “the sample size was sufficient to rule out large increases in egg allergy risk…we cannot rule out potentially important benefits,” the authors write.

Sensitization to egg was observed in 10.8% of the children in the egg group vs 15.1% of the controls (aRR, 0.77; 95% CI, 0.54 – 1.10; P = .15). Between randomization and 1 year of age, eczema occurred in 10.7% of the children in the egg group and 11.9% of the controls (aRR, 0.84; 95% CI, 0.57 – 1.23; P = .37).

Two infants in the egg group and one in the control group developed anaphylaxis in response to the raw egg challenge at 12 months. However, there were no anaphylactic responses to the egg powder used in the study. In addition, of all 65 infants in either group who had an allergic response to raw egg challenges, 60 were consuming baked or cooked eggs with no problems. “This highlights a key public health message: that egg introduction at 4-6.5 months of age for infants without eczema is safe to do so at home without the need for prior egg sensitization testing.”

In a per-protocol analysis, 9 of 305 infants in the egg group (3%) and 31 of 312 infants in the control group (9.9%) had IgE-mediated egg allergy at 12 months of age (aRR, 0.32; 95% CI, 0.16 – 0.65; P = .002). However, more children in the egg group than the control group were excluded from the per-protocol analysis because of a perceived adverse reaction (P = .02) or a confirmed allergic reaction (P = .0004) to the study powder.

The authors note that the small difference in the timing of introduction between the two groups (4 to 6 months vs 10 months) may have been too short to show a contrast in allergic response. In the LEAP trial, peanuts were introduced to the intervention group at 4 to 11 months of age, compared with 5 years of age for the control group. However, the researchers note they were trying to reproduce the common practice of introducing eggs at about 10 months of age. Also, an earlier study showed that waiting until after 10 months of age was associated with a higher risk for egg allergy.

The authors have disclosed no relevant financial relationships.

It is well known that sleep deprivation has harmful consequences for the immune system and may increase the risk of developing cardiovascular diseases and diabetes. Finnish researchers have now studied more detailed connections between insufficient sleep and the immune system and discovered which genes react most strongly. The study was presented in “PLOS One”.
For their study, the researchers at Helsinki University restricted the amount of sleep of a group of young men to four hours per night for a week. Blood samples were analysed before and after the trial and compared to those of other men who had been sleeping for eight hours per night.

The study showed that the expression of many genes and pathways associated with the immune system was increased through the lack of sleep, said study author Vilma Aho. Moreover, the activity of B cells increased, which produce important antigens that contribute to the body’s defensive reactions, but also to asthma and allergies. “This may explain the previous observations of increased asthmatic symptoms in a state of sleep deprivation”, said Aho.

The amount of certain interleukins, which promote inflammatory reactions, also increased, as did associated receptors such as TLR (toll-like receptors). The latter was found in genes that had an elevated expression of TLR4. The level of C-reactive protein (CRP) was also higher.

Some of these changes may be long-term and could thereby contribute to the risk of developing diseases, concluded Aho.

Πηγή: www.hiv.gr

Θα είμαι φορέας για πάντα;

Δεν θεραπευόμαστε ποτέ από τον ιό των κονδυλωμάτων και μένουμε φορείς δια βίου, αλλά το ανοσοποιητικό μας σύστημα (όταν είναι σε καλή κατάσταση) τον κρατά υπό έλεγχο. Αν όμως το ανοσοποιητικό μας καταπέσει, τα κονδυλώματα μπορεί να ξαναβγούν, όπως και συμβαίνει με άλλους ιούς (π.χ.έρπητας).

Κινδυνεύουν οι μελλοντικοί μου ερωτικοί σύντροφοι να κολλήσουν κατά την ερωτική πράξη;

Εάν είναι θεραπευμένα και δεν υπάρχουν ορατά κονδυλώματα, τότε δεν κινδυνεύουν να κολλήσουν οι σύντροφοί σου. Ωστόσο, το ότι κόλλησες μια φορά δεν σημαίνει ότι δεν θα κολλήσεις δεύτερη. Γι΄ αυτό είναι απαραίτητο ΠΑΝΤΑ να φοράς προφυλακτικό. Άλλωστε, δεν κινδυνεύεις να ξανακολλήσεις μόνο κονδυλώματα, αλλά και πολλές άλλες αρρώστιες, όπως βλεννόρροια, σύφιλη και φυσικά HIV.

Αν είσαι γυναίκα είναι πολύ σημαντικό επίσης να κάνεις τακτικά εξέταση ΠΑΠ, γιατί τα κονδυλώματα ενοχοποιούνται για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας.

Υπάρχει κίνδυνος μετάδοσης του ιού και με το στοματικό σεξ;

Τα κονδυλώματα μεταδίδονται και με τον στοματικό έρωτα, αλλά πολύ σπάνια και εμφανίζονται στην εσωτερική επιφάνεια του στόματος ή στη γλώσσα.

Υπάρχει περίπτωση τα κονδυλώματα να δημιουργηθούν από μόνα τους στον οργανισμό, ή είναι καθαρά μεταδιδόμενη νόσος;

Όχι, τα κονδυλώματα είναι σεξουαλικά ΜΕΤΑΔΙΔΟΜΕΝΗ νόσος. Δηλαδή, μεταδίδονται, τα κολλάς από κάπου.

Μπορώ να κάνω εξετάσεις αίματος να δω εάν έχει φύγει όντως ο ιός;

Δυστυχώς άπαξ και μολυνθούμε, ο ιός δεν φεύγει ποτέ από το σώμα μας, οπότε κανένα τεστ δεν μπορεί να σου δείξει ότι έφυγε. Ο ιός μένει πάντα εκεί, σε λανθάνουσα κατάσταση στην προσβεβλημένη περιοχή. Αν για κάποιον λόγο πέσει η ανοσία σου (είτε π.χ. λόγω AIDS, καρκίνου, διάφορων φαρμάκων) είτε τοπικά (χρήση αλοιφών κορτιζόνης), ο ιός μπορεί να αναζωπυρωθεί και να ξαναεμφανίσεις κονδυλώματα στην ίδια περιοχή. Αν πάντως είχες κονδυλώματα εξωτερικά, περιπρωκτικά, καλό είναι να γίνει και μια εξέταση του ορθού εντέρου (από γαστρεντερολόγο), μήπως έχεις και μέσα στο ορθό.

Τώρα που έφυγαν τα κονδυλώματα αλλά ο ιός υπάρχει ακόμα, μπορώ να κολλήσω κάποιον;

Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν και για πόσο χρόνο μετά τη θεραπεία κονδυλωμάτων ο ιός συνεχίζει να μεταδίδεται από τη συγκεκριμένη περιοχή. Στην πράξη, αν μερικούς μήνες μετά από τη θεραπεία δεν εμφανιστούν νέα κονδυλώματα συνήθως η περιοχή θεωρείται θεραπευμένη. Κανείς δεν ξέρει πόσοι μήνες ακριβώς χρειάζεται να περάσουν.

Για τη μετάδοση των κονδυλωμάτων από ασυμπτωματικό φορέα τα πράγματα ποικίλουν ανάλογα με το πιο στέλεχος (“υποείδος”) του ιού HPV μιλάμε. Τα στελέχη του ιού που προκαλούν τα εμφανή κονδυλώματα, αν θεραπευτούν, δεν μεταδίδονται. Υπάρχουν όμως άλλα στελέχη πολύ πιο επικίνδυνα (αυτά που ευθύνονται για καρκινογένεση) που ΔΕΝ εκδηλώνονται με εμφανή δερματική αλλοίωση (τα τυπικά κονδυλώματα). Έτσι, μπορεί να είσαι μολυσμένος και με αυτά τα στελέχη εν αγνοία σου, να μην έχεις ορατές βλάβες και να τα μεταδώσεις. Είναι αυτά τα στελέχη που φοβόμαστε για καρκίνο και πρέπει να εξεταζόμαστε (από γαστρεντερολόγο ή με PAP test).

Πάντως για να μη μεταδώσεις ότι έχεις (ή είχες) και να μην κολλήσεις τίποτα καινούργιο υπάρχει μια πολύ απλή λύση: χρησιμοποίησε πάντοτε προφυλακτικό με υδατοδιαλυτό λιπαντικό.

Ποιο είναι το επικίνδυνο διάστημα να υποτροπιάσουν;

Οι πρώτοι τρεις μήνες θεωρούνται οι πιο επικίνδυνοι για επανεμφάνιση. Μετά τους τρεις μήνες ο κίνδυνος επανεμφάνισης είναι πολύ μικρότερος.

Πώς θεραπεύονται τα κονδυλώματα;

Με ειδικά φάρμακα για επάλειψη τοπικά, με καυτηρίαση, κρυοπηξία ή, αν είναι μεγάλα, με χειρουργική αφαίρεση.

Είχα στο παρελθόν κονδυλώματα, τα οποία καυτηριάζοντάς τα, τα εξάλειψα. Είναι ασφαλές για τον σύντροφό μου να κάνω έρωτα χωρίς προφυλακτικό;

Οι πρώτοι τρεις μήνες θεωρούνται οι πιο επικίνδυνοι για επανεμφάνιση. Μετά τους τρεις μήνες ο κίνδυνος επανεμφάνισης δεν εξαφανίζεται αλλά είναι πολύ μικρότερος.

Ανακάλυψα ότι έχω κονδυλώματα. Έχω σταθερή σχέση. Υπάρχει περίπτωση ο σύντροφος μου να μην έχει κολλήσει τον ιό ενώ είχαμε σεξουαλική επαφή χωρίς προφύλαξη πριν ανακαλύψω ότι είχα κονδυλώματα;

Υπάρχει περίπτωση να μην έχει κολλήσει, αλλά γενικά τα κονδυλώματα μεταδίδονται πολύ εύκολα.

Εάν κάποιος δεν εμφανίσει κονδυλώματα μπορεί να έχει τον ιό και να τον μεταδίδει;

Μπορεί να έχει τον ιό HPV χωρίς να έχει εμφανίσει συμπτώματα.

Τι γίνεται σε περίπτωση εγκυμοσύνης;

Αν υπάρχουν ενεργά κονδυλώματα συνήθως συνιστάται καισαρική. Εξαρτάται από πού βρίσκονται.

Υπάρχει κανένα υγρό να πλένεσαι μετά το σεξ ώστε να αποφύγεις τις μολύνσεις;

Όχι, δεν υπάρχει κανένα θαυματουργό υγρό για μετά το σεξ.

Υπάρχει προφυλακτικό ειδικό για πρωκτικό σεξ;

Υπάρχουν προφυλακτικά για τον πρωκτικό έρωτα, που είναι πιο χοντρά από τα συνηθισμένα, οπότε δεν σπάζουν εύκολα. Τα βρίσκεις μόνο σε εξειδικευμένα μαγαζιά και φαρμακεία που πουλούν προφυλακτικά. Είναι αυτά που συνήθως λέγονται extra-strong.

Κανονικά, πάντως, αν χρησιμοποιείς ένα προφυλακτικό καλής ποιότητας, που φυλάσσεται σε σωστές συνθήκες (όχι ζέστη, όχι κωλότσεπη), δεν είναι Ultra Thin (εξαιρετικά λεπτό), δεν το έχεις τρυπήσει με τα δόντια σου στο άνοιγμα και χρησιμοποιήσεις υδατοδιαλυτό λιπαντικό (ποτέ βαζελίνη, λάδι, βούτυρο!), είναι πολύ απίθανο να έχεις πρόβλημα.

Μια γυναίκα που έχει νοσήσει από τον ιό HPV, έχει κάνει θεραπεία του προσβλημένου σημείου του τράχηλου με laser πριν 1 χρόνο. Μπορεί να μεταδώσει ακόμα τον ιό με την επαφή;

Ναι. Το ότι κάνατε αφαίρεση πριν από ένα χρόνο δεν σημαίνει πολλά πράγματα. Ο/η γιατρός σας θα πρέπει να σας έχει συστήσει να κάνετε δύο εξετάσεις (τεστ Παπανικολάου και κολποσκόπηση) προκειμένου να παρακολουθήσει τα αποτελέσματα της θεραπείας και να δει πόσο πέτυχε η θεραπεία ή μήπως χρειάζεται συμπλήρωση. Έτσι θα ξέρετε κατά πόσο μπορείτε να μεταδώσετε τον ιό με τη σεξουαλική επαφή.

Είναι επικίνδυνο να κάνω έρωτα όταν πάσχω από κονδυλώματα; Πότε σταματάει να μεταδίδεται ο ιός;

Ναι, όταν έχεις κονδυλώματα μπορείς να μεταδώσεις τον ιό στους ερωτικούς σου συντρόφους ακόμη και με την απλή επαφή με το χέρι. Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν και για πόσο χρόνο μετά τη θεραπεία κονδυλωμάτων ο ιός συνεχίζει να μεταδίδεται από τη συγκεκριμένη περιοχή. Στην πράξη, αν μερικούς μήνες μετά από τη θεραπεία δεν εμφανιστούν νέα κονδυλώματα συνήθως η περιοχή θεωρείται θεραπευμένη. Κανείς δεν ξέρει πόσοι μήνες ακριβώς χρειάζεται να περάσουν.

Για το εμβόλιο που λένε ότι κάποια στιγμή θα παραχθεί έτσι ώστε να προστατεύονται αυτοί που δεν έχουν HPV, ποια είναι η γνώμη σας;

Το εμβόλιο κυκλοφορεί ήδη και προστατεύει από τα στελέχη του ιού που προκαλούν καρκίνο του τραχήλου της μήτρας ή του ορθού. Δεν προστατεύει από τα υπόλοιπα στελέχη που προκαλούν τις τυπικές δερματικές αλλοιώσεις των κονδυλωμάτων. Προς το παρόν χορηγείται (δωρεάν) σε κορίτσια προεφηβικής ηλικίας. Δηλαδή το εμβόλιο δεν μας απαλλάσσει από την χρήση του προφυλακτικού.

Τι έχουν δείξει οι έρευνες για την πιο κοινή λοίμωξη στον κόσμο

Η αλήθεια για τη λοίμωξη που μας «κλέβει» πέντε ολόκληρα χρόνια από τη ζωή μας είναι άλλη από αυτή που ξέραμε.

Καταρροή, βήχας, πονοκέφαλος, πονόλαιμος, αδιαθεσία, ενίοτε και πυρετός… Τα συμπτώματα του κρυολογήματος είναι γνωστά και, καθώς η θερμοκρασία γύρω μας πέφτει, γίνονται δυσάρεστα οικεία για πολλούς από εμάς. Έχει υπολογιστεί ότι κατά τη διάρκεια της ζωής μας υποφέρουμε από το κοινό κρυολόγημα περίπου 200 φορές. Κάθε φορά διαρκεί κατά μέσο όρο εννέα ημέρες, πράγμα που ισοδυναμεί με πέντε ολόκληρα χρόνια ταλαιπωρίας εξαιτίας του. Επισταμένες έρευνες των τελευταίων δέκα ετών έχουν φέρει επανάσταση στον τρόπο που βλέπουμε το κρυολόγημα, αποκαλύπτοντας τι το προκαλεί, πώς λειτουργεί το σώμα μας σε αυτό και πώς καταπολεμείται.

Η Τζένιφερ Ακερμαν, κορυφαία βρετανίδα δημοσιογράφος επιστημονικών θεμάτων, συγκέντρωσε τα πορίσματα πολλών από αυτές τις έρευνες και αποκαλύπτει αλήθειες και μύθους που σχετίζονται με την πιο κοινή λοίμωξη στον κόσμο.

1 Το ασθενές ανοσοποιητικό σύστημα δεν σας καθιστά πιο ευάλωτους

Τα συμπτώματα του κρυολογήματος οφείλονται κυρίως στο πόσο «δυναμικά» θα αντιδράσει ο οργανισμός σας στην ίωση. Οσο πιο ισχυρό είναι το ανοσοποιητικό σας σύστημα τόσο πιο έντονα θα είναι τα συμπτώματα. Προσοχή λοιπόν στα συμπληρώματα διατροφής που υπόσχονται να καταπολεμήσουν το κρυολόγημα ενισχύοντας το ανοσοποιητικό σας.

2 Η βιταμίνη C δεν σταματάει το κρυολόγημα

Αποδεδειγμένα η καθημερινή λήψη βιταμίνης C βοηθάει στην πρόληψη του κρυολογήματος μόνο εάν εκτίθεστε σε δριμύ ψύχος ή αν υποβάλλεστε σε εξαντλητική σωματική κόπωση. Διαφορετικά, το να τρώει κανείς πολλά εσπεριδοειδή απλώς απαλύνει ελαφρά την ένταση των συμπτωμάτων.

3 Φιληθείτε άφοβα

Οι περισσότεροι ιοί που προκαλούν το κρυολόγημα εισέρχονται στον οργανισμό μέσω της μύτης ή των ματιών και όχι μέσω του στόματος. Μόνο ένας στους 16 θα «κολλήσει» κρυολόγημα φιλώντας τον σύντροφό του. Προσέξτε όμως όταν κάποιος φτερνίζεται ή βήχει, καθώς και τις μολυσμένες επιφάνειες.

4 Η πράσινη βλέννα δεν αποτελεί ένδειξη βακτηριακής λοίμωξης

Αντίθετα με ό,τι πιστεύαμε, οι πράσινες βλεννώδεις εκκρίσεις από τη μύτη αποτελούν απλώς ένδειξη πως το ανοσοποιητικό σας σύστημα λειτουργεί σωστά. Οσο πιο πράσινη είναι η βλέννα τόσο περισσότερα λευκοκύτταρα έχει επιστρατεύσει το ανοσοποιητικό σας σύστημα για να καταπολεμήσει το κρυολόγημα.

5 Το δυνατό φύσημα της μύτης δεν βοηθάει

Για το αίσθημα του «μπουκώματος» που συνοδεύει το συνάχι δεν ευθύνεται η υπερβολική παραγωγή βλέννας στη μύτη αλλά η διόγκωση των αιμοφόρων αγγείων στις ρινικές διόδους. Επίσης, για να αποφύγετε την επιμόλυνση των ιγμορείων, καλό είναι να φυσάτε μαλακά, ένα ρουθούνι κάθε φορά.

6 Οι ιοί είναι απρόσβλητοι στο αντιβακτηριακό σαπούνι

Το κρυολόγημα προκαλείται από ιούς και όπως δεν θεραπεύεται με τα αντιβιοτικά, έτσι δεν προλαμβάνεται από τα αντιβακτηριακά σκευάσματα. Παρ΄ όλα αυτά τα απολυμαντικά με βάση το οινόπνευμα απομακρύνουν αποτελεσματικότερα τους ιούς που ευθύνονται για το κρυολόγημα από ό,τι το σαπούνισμα των χεριών.

7 Το πλύσιμο των ρούχων δεν σκοτώνει τα μικρόβια

Αν και πλένοντας τα ρούχα εξολοθρεύετε το 99% των βακτηρίων, οι αριθμοί τους είναι τέτοιοι που και πάλι παραμένουν αρκετά για να προκαλέσουν μια λοίμωξη. Μάλιστα, οι ιοί είναι ακόμη πιο ανθεκτικοί στο πλύσιμο και κρύβονται αποτελεσματικά στις πτυχώσεις των υφασμάτων.

8 Δεν προστατεύεστε παραμένοντας σε εσωτερικούς χώρους

Μία από τις πιο πιθανές πηγές ιών του κρυολογήματος είναι το γραφείο στη δουλειά. Ερευνες έχουν δείξει ότι παρόμοιοι ιοί υπάρχουν στο 46% των πληκτρολογίων, στο 46% των «ποντικιών» υπολογιστή και στο 45% των τηλεφώνων. Μάλιστα περισσότερο κινδυνεύουν δικηγόροι, δάσκαλοι, γιατροί, τραπεζοϋπάλληλοι και… τηλεπαρουσιαστές!

9 Ενα ποτηράκι την ημέρατο κρυολόγημα κάνει πέρα

Χωρίς να γνωρίζουν το γιατί, οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι όσοι απέχουν από το αλκοόλ διατρέχουν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο να κρυολογήσουν από όσους πίνουν ως δύο ποτηράκια την ημέρα. Προσοχή όμως, όλα τα οφέλη αναιρούνται αν το «τσούζετε» παραπάνω.

10 Φταίνε και τα γονίδια

Την τελευταία δεκαετία επιστήμονες έχουν ανακαλύψει ότι συγκεκριμένες γενετικές διαφοροποιήσεις ίσως εξηγούν γιατί κάποιοι κρυολογούν συχνότερα από το φυσιολογικό. Φαίνεται ότι αυτά τα άτομα εμφανίζουν διαφορές στους υποδοχείς των κυττάρων όπου προσκολλώνται οι ρινοϊοί του κρυολογήματος όταν επιτίθενται στο σώμα.

11 Τα ζεστά ρούχα δεν αποτελούν ασπίδα προστασίας

Παραδόξως, η έκθεση στο κρύο δεν συνδέεται με το κρυολόγημα. Κρυολογούμε κυρίως τους φθινοπωρινούς και χειμερινούς μήνες γιατί ο ψυχρός και υγρός καιρός μάς αναγκάζει να συνωστιζόμαστε σε κλειστούς χώρους, όπου οι ιοί μπορούν ευκολότερα να μεταπηδήσουν από τον έναν στον άλλο.

12 Η γιαγιά έχει δίκιο για την κοτόσουπα

Χωρίς να γνωρίζουν το γιατί συμβαίνει αυτό, οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι η κατανάλωση κοτόσουπας μειώνει την κίνηση των ουδετερόφιλων, δηλαδή των κυττάρων που συρρέουν σε περιοχές όπου υπάρχει λοίμωξη και προκαλούν οίδημα. Ετσι απαλύνονται εν μέρει τα συμπτώματα του κρυολογήματος.

Πηγή: ygeianews.gr

vangelis

Εμβόλια … δώρο ζωής

Θεοδώρα Τσώλη

Τα εμβόλια έχουν σβήσει από τον χάρτη λοιμώδεις ασθένειες που παλιά έκαναν θραύση

Βελόνα και… ζωή. Αυτό είναι ουσιαστικώς το μήνυμα πίσω από μια από τις σημαντικότερες πράξεις… αγάπης προς τον εαυτό μας αλλά και προς τους γύρω μας, που δεν είναι άλλη από τον εμβολιασμό. Ενα «δώρο» της επιστήμης προς τον άνθρωπο που έρχεται στο προσκήνιο με αφορμή την Ευρωπαϊκή Εβδομάδα Εμβολιασμού που μόλις ολοκληρώθηκε (21-27 Απριλίου), καθώς τα εμβόλια αποτελούν κύριους «συμμάχους» στον αγώνα των ειδικών ενάντια στους λοιμώδεις «εχθρούς» με στόχο να μακραίνει η… κλωστή της υγείας του παγκόσμιου πληθυσμού. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), τα εμβόλια σώζουν περισσότερες από 3 εκατομμύρια ζωές παγκοσμίως κάθε χρόνο και προφυλάσσουν ακόμη περισσότερους ανθρώπους από νόσο ή και ισόβια αναπηρία. Είναι λοιπόν, σύμφωνα με τους έλληνες ειδικούς, ευχής έργον το γεγονός ότι διατίθενται δωρεάν στη χώρα μας με πλήρη κάλυψη των ασφαλιστικών ταμείων, κάτι που δεν συμβαίνει σε πολλές χώρες του κόσμου. Και είναι επίσης ευχή των ειδημόνων το τσουνάμι της οικονομικής κρίσης που «σαρώνει» την Ελλάδα να μην έχει ως «θύμα» και τα εμβόλια, χωρίς τα οποία η δημόσια υγεία κινδυνεύει να… πνιγεί.

Η ευρεία διάδοση των προγραμμάτων εμβολιασμού τα τελευταία 30 χρόνια έχει δημιουργήσει ένα νέο τοπίο σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των λοιμωδών νοσημάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι χάρη στα εμβόλια η ευρωπαϊκή περιοχή του ΠΟΥ έχει ήδη χαρακτηριστεί ελεύθερη πολιομυελίτιδας την τελευταία 10ετία, ενώ τα κρούσματα ιλαράς έχουν εμφανίσει μείωση που ξεπερνά το 90% από το 2002 ως σήμερα. Οπως αναφέρει στο «Βήμα» η καθηγήτρια Δημόσιας Υγείας, πρόεδρος του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ) κυρία Τζένη Κουρέα- Κρεμαστινού, «οι εμβολιασμοί αποτελούν τα μεγαλύτερα όπλα για την πρόληψη και την προαγωγή της υγείας. Μάλιστα, τα σημερινά εμβόλια που παράγονται με νέες τεχνολογίες είναι απολύτως ασφαλή ενώ προκειμένου να κυκλοφορήσουν στην αγορά έχουν υποβληθεί σε όλες τις απαραίτητες δοκιμασίες αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας».

Η κυρία Κρεμαστινού τονίζει ότι το πεδίο των εμβολίων είναι εξελισσόμενο και συνδέεται με συνεχείς προκλήσεις: «Κάποτε υπήρχαν μόνο τα πολυσακχαριδικά εμβόλια και μετά εμφανίστηκαν τα πολυδύναμα συζευγμένα εμβόλια με τα οποία επιτυγχάνεται κάλυψη ενάντια σε πολλές νόσους με ένα μόνο τσίμπημα. Οι προκλήσεις είναι συνεχείς και αφορούν τόσο την ανάπτυξη περισσότερων πολυδύναμων εμβολίων όσο και την εξεύρεση νέων, ακόμη πιο ανώδυνων τρόπων χορήγησής τους».

Η πρόεδρος του ΚΕΕΛΠΝΟ εξηγεί ότι σύμφωνα με τις συστάσεις του ΠΟΥ προκειμένου να επιτευχθεί συλλογική ανοσία ενάντια σε λοιμώδη νοσήματα και να αποφευχθεί η εκδήλωση επιδημιών, η εμβολιαστική κάλυψη του πληθυσμού πρέπει να φθάνει στο 95%. Η χώρα μας έχει αγγίξει αυτόν τον στόχο; «Η Ελλάδα έχει σχετικώς καλά ποσοστά εμβολιαστικής κάλυψης σε ό,τι αφορά τα περισσότερα εμβόλια. Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει φθάσει τον στόχο του ΠΟΥ και πρέπει να προσβλέπει σε αυτόν» απαντά η κυρία Κουρέα-Κρεμαστινού.

Τα τελευταία στοιχεία για την Ελλάδα

Πού βρίσκεται λοιπόν εμβολιαστικά η Ελλάδα; Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία που υπάρχουν για τη χώρα μας αφορούν το 2006 και έχουν προκύψει από μελέτη ειδικών της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ). Οπως αναφέρει στο «Βήμα» ο επιστημονικός υπεύθυνος της μελέτης, καθηγητής στον τομέα Υγείας Παιδιού στην ΕΣΔΥ κ. Τάκης Παναγιωτόπουλος «από τη μελέτη μας που περιελάμβανε περί τα 5.000 παιδιά Α’ Δημοτικού και Γ’ Γυμνασίου από 58 σχολικά τμήματα της χώρας, τα Ελληνόπουλα είναι σε γενικές γραμμές καλά εμβολιασμένα». Συγκεκριμένα, για τις περισσότερες δόσεις των εμβολίων που εντάχθηκαν στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών πριν από το 1990 (διφθερίτιδας – τετάνου – κοκκύτη, πολιομυελίτιδας, ιλαράς – ερυθράς – παρωτίτιδας) κατεγράφησαν πολύ υψηλά επίπεδα εμβολιασμού, της τάξεως του 98%-99%. Ωστόσο, αξιοσημείωτη εξαίρεση αποτελούσε η λήψη της δεύτερης δόσης του εμβολίου ιλαράς – ερυθράς – παρωτίτιδας (MMR), όπου η κάλυψη δεν ξεπερνούσε το 77% – στην παραμέληση λήψης της δεύτερης δόσης αποδίδεται και η επιδημία ιλαράς που «ξέσπασε» στη χώρα μας το 2010, σύμφωνα με τον κ. Παναγιωτόπουλο.

Για τα εμβόλια που εντάχθηκαν στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών ως την αρχή της δεκαετίας του 2000 (ηπατίτιδας Β και αιμόφιλου ινφλουέντσας τύπου b) εμφανίστηκε υψηλή κάλυψη της τάξεως του 90%-95%. Ωστόσο για τα εμβόλια που εντάχθηκαν στο Πρόγραμμα το 2006 η εμβολιαστική κάλυψη φάνηκε να ποικίλλει. Για παράδειγμα σε ό,τι αφορούσε τον μηνιγγιτιδόκοκκο C είχαν εμβολιαστεί επτά στα 10 παιδιά κατά τη διεξαγωγή της μελέτης. Σε ό,τι αφορούσε όμως τα εμβόλια για τον πνευμονιόκοκκο και την ανεμοβλογιά τα ποσοστά κάλυψης ήταν πολύ χαμηλά – 5% και 13% αντιστοίχως (πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι τα εμβόλια αυτά κυκλοφόρησαν ελάχιστο διάστημα πριν από τη διεξαγωγή της μελέτης).

Ο κ. Παναγιωτόπουλος υπογραμμίζει ότι από τη μελέτη προέκυψε επίσης ότι υπάρχουν κάποιες ομάδες του παιδικού πληθυσμού που υπολείπονται σημαντικά σε ό,τι αφορά τους εμβολιασμούς. «Πρόκειται για τα παιδιά μεταναστών στα οποία εμφανίζονταν μέτρια επίπεδα κάλυψης για όλα τα εμβόλια καθώς και τα παιδιά των Ρομά στα οποία τα ποσοστά κάλυψης είναι πολύ χαμηλά». Πράγματι, σύμφωνα με τελευταία ανεπίσημα στοιχεία, καθώς είναι δύσκολη η καταγραφή των εμβολιασμών στους Ρομά, εκτιμάται ότι τα ποσοστά εμβολιαστικής κάλυψης στον συγκεκριμένο πληθυσμό κυμαίνονται μεταξύ του 5% και του 8%.

Η ερευνητική ομάδα της ΕΣΔΥ βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε διαδικασία συλλογής στοιχείων για τη διεξαγωγή νέας μελέτης σχετικά με την εμβολιαστική κάλυψη στην Ελλάδα και, όπως μας πληροφορεί ο κ. Παναγιωτόπουλος, που είναι και πάλι επικεφαλής της, εκτιμάται ότι τα καινούργια, πολύτιμα για τους ειδικούς δεδομένα θα είναι έτοιμα ως το φθινόπωρο.

Κρίση, κριτική και παραπληροφόρηση

Τα στοιχεία αυτά κρίνονται ακόμη πιο χρήσιμα τώρα που η οικονομική κρίση έχει μπει στη ζωή των Ελλήνων καθώς υπάρχει ανησυχία μήπως επηρεάσει και το σημαντικό κομμάτι της που αφορά τους εμβολιασμούς. Ο καθηγητής επισημαίνει ότι τα στοιχεία του 2006 αποτελούν μια «πυξίδα» που γεννά ερωτήματα για το μέλλον. «Παρ’ ότι δεν έχουμε καταγράψει ακόμη πτώση των εμβολιασμών εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε αυτό το μελλοντικό ενδεχόμενο. Σύμφωνα με τα ευρήματα της προηγούμενης μελέτης περίπου τα 2/3 των παιδικών εμβολίων χορηγήθηκαν από γιατρούς του ιδιωτικού τομέα. Τώρα όμως είναι επόμενο ότι αυτή η τάση θα αλλάξει λόγω της κρίσης και πολλοί άνθρωποι θα αναζητήσουν και πάλι τις υπηρεσίες του δημόσιου τομέα για τους εμβολιασμούς. Το θέμα είναι αν ο δημόσιος τομέας θα μπορέσει να αντεπεξέλθει, αφού δεν είναι σε πολλές περιπτώσεις, όπως αυτές των Κέντρων Υγείας, κατάλληλα εξοπλισμένος».

Στο παζλ της αποτυχίας επίτευξης των στόχων σχετικά με την εμβολιαστική κάλυψη υπάρχουν όμως και άλλα κομμάτια, πιο… διαχρονικά από την οικονομική κρίση. Οπως υπογραμμίζει στο «Βήμα» ο καθηγητής Παιδιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόεδρος της Παγκόσμιας Παιδιατρικής Εταιρείας και της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών κ. Ανδρέας Κωνσταντόπουλος, οι ίδιοι οι επαγγελματίες υγείας δεν είναι συχνά κατάλληλα εκπαιδευμένοι με αποτέλεσμα να αντιδρούν στους εμβολιασμούς – ένα φαινόμενο που δεν είναι μόνο ελληνικό.«Το 25% των μαιών στη Γερμανία δήλωσε αντίθετο στον εμβολιασμό με ΜΜR ενώ το 6% των γιατρών στη Γαλλία ανέφερε ότι αντιτίθεται γενικώς στους εμβολιασμούς. Αλλά και στη χώρα μας μέχρι πέρυσι το 99% των γυναικολόγων ήταν αντίθετο στο εμβόλιο για τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (ΗPV). Στο πλάνο αυτό μπαίνουν και οι ομοιοπαθητικοί οι οποίοι υποστηρίζουν ότι κατά το πρώτο έτος ζωής, που είναι και το πιο σημαντικό για την πορεία του παιδιού, αφού το ανοσοποιητικό του σύστημα είναι πιο αδύναμο, δεν πρέπει να γίνεται κανένα εμβόλιο. Μια τέτοια άποψη είναι όμως τουλάχιστον επικίνδυνη».

Η κακή πληροφόρηση και η παραπληροφόρηση σχετικά με τα εμβόλια βρήκαν, σύμφωνα με τον κ. Κωνσταντόπουλο, πρόσφορο έδαφος με την πανδημία γρίπης του 2009. «Ο σάλος που προκλήθηκε με το πανδημικό εμβόλιο είχε αντίκτυπο στους εμβολιασμούς γενικότερα. Παρ’ ότι δεν υπάρχουν επίσημα δεδομένα, εκτιμάται ότι η μείωση στους εμβολιασμούς ήταν της τάξεως του 15%-45%. Με προσπάθειες τα επίπεδα έχουν πλέον επανέλθει σε εκείνα προ της πανδημίας».

Και οι ενήλικοι χρειάζονται εμβόλια

Η όλη σύγχυση που προκλήθηκε το 2009 έκανε τους ειδικούς της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών να αποφασίσουν να δημιουργήσουν για πρώτη φορά ένα πρόγραμμα για τον εμβολιασμό των ενηλίκων, ο οποίος θα αποτελεί «μπούσουλα» προς γνώση και συμμόρφωση. Ετσι στα τέλη του περασμένου έτους έκανε την εμφάνισή του το πρόγραμμα εμβολιασμού ενηλίκων το οποίο, σύμφωνα με τον κ. Κωνσταντόπουλο, «υπενθυμίζει σε όλους ότι οι εμβολιασμοί δεν σταματούν στην παιδική ηλικία». Ο καθηγητής εξηγεί ότι ο κάθε ενήλικος, σε περίπτωση που δεν είναι σίγουρος σχετικά με το αν έχει νοσήσει με κάποιο λοιμώδες νόσημα που καλύπτεται από τα υπάρχοντα εμβόλια, θα πρέπει να υποβληθεί σε ειδικές εξετάσεις ανάλογα με την περίπτωση. «Αν φανεί ότι δεν έχει ανοσία, θα πρέπει να κάνει το αντίστοιχο εμβόλιο. Παράλληλα όλα τα άτομα 50 ετών και άνω πρέπει να υποβάλλονται σε εμβόλιο για τη γρίπη και 60 ετών και άνω σε εμβόλιο για τον πνευμονιόκοκκο».

Ο καθηγητής προσθέτει ότι και τα εμβόλια για τους ενηλίκους καλύπτονται από τα ασφαλιστικά ταμεία. «Τουλάχιστον προς το παρόν» συμπληρώνει, διότι εκφράζει φόβους μήπως υπό τη σκιά των νέων οικονομικών δεδομένων χαθεί το πολύτιμο «δώρο» των δωρεάν εμβολιασμών.

Διότι τα εμβόλια αποτελούν πραγματικά «δώρα» ζωής κλεισμένα σε μια ένεση. Και πρέπει όλοι, όπως λένε οι ειδήμονες, να μην… τσιμπούν στην (παράλογη) λογική της παραπληροφόρησης σχετικά με αυτά αλλά μόνο σε εκείνη της σωστής ενημέρωσης που χαρίζει υγεία.

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ

Το χρονοδιάγραμμα των εμβολιασμών σε παιδιά και εφήβους

1. Εμβόλιο ηπατίτιδας Β (HepB)

Ο εμβολιασμός γίνεται σε τρεις δόσεις, αρχίζοντας από την ηλικία των δύο μηνών (το μεσοδιάστημα μεταξύ πρώτης και δεύτερης δόσης πρέπει να είναι τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες και μεταξύ πρώτης και τρίτης δόσης τουλάχιστον τέσσερις μήνες). Προσοχή: Συνιστάται χορήγηση και τέταρτης δόσης σε πρόωρα βρέφη που γεννιούνται με βάρος κάτω των δύο κιλών, από μητέρα θετική στο επιφανειακό αντιγόνο του ιού της ηπατίτιδας Β (ΗbsAg). Οταν η μητέρα είναι φορέας του επιφανειακού αντιγόνου, η πρώτη δόση του εμβολίου πρέπει να χορηγείται εντός 12 ωρών από τη γέννηση.

2. Διφθερίτιδας, τετάνου, κοκκύτη (DTaP)

Χορηγείται σε τέσσερις δόσεις (η τέταρτη δόση μπορεί να γίνει τον 15ο μήνα της ζωής, εφόσον έχουν συμπληρωθεί έξι μήνες από τη χορήγηση της τρίτης δόσης, ενώ η μικρότερη ηλικία χορήγησης της πρώτης δόσης είναι στις έξι εβδομάδες ζωής). Στην Ελλάδα διατίθεται σε συνδυασμό με άλλα εμβόλια ως τετραδύναμο (μαζί με της πολιομυελίτιδας, DTaP-IPV), ως πενταδύναμο (μαζί με της πολιομυελίτιδας και του αιμόφιλου της ινφλουέντζας Β, DTaP-IPV-Hib) και ως εξαδύναμο (μαζί με της πολιομυελίτιδας, του αιμόφιλου της ινφλουέντζας Β και της ηπατίτιδας Β, DTaP-IPV-Hib-HepB). Σημείωση: Σε ό,τι αφορά το εμβόλιο τετάνου-διφθερίτιδας με μικρότερη δόση διφθεριτικής τοξίνης (Τd), στη χώρα μας κυκλοφορεί μόνο ως τετραδύναμο με προσθήκη και εμβολίου κατά της πολιομυελίτιδας (ΤdaP-IPV). Συνιστάται να γίνεται στην ηλικία των 11 – 12 ετών αν έχουν περάσει τουλάχιστον πέντε χρόνια από προηγούμενο εμβολιασμό με εμβόλιο που περιείχε χημικά εξασθενημένες τοξίνες τετάνου-διφθερίτιδας.

3. Ινφλουέντζας τύπου Β (Ηib)

Η μικρότερη ηλικία χορήγησης είναι οι έξι εβδομάδες και χορηγείται σε τέσσερις συνολικά δόσεις.

4. Εμβόλιο πολιομυελίτιδας (IPV)

Είναι απαραίτητη η χορήγηση τεσσάρων δόσεων.

5. Εμβόλιο κατά του πνευμονιόκοκκου, συζευγμένο (PCV) – Εμβόλιο κατά του πνευμονιόκοκκου, πολυσακχαριδικό (PPSV)

Το συζευγμένο εμβόλιο συνιστάται για όλα τα υγιή παιδιά ως πέντε ετών. Συνιστάται επιπλέον του συζευγμένου και η χορήγηση του 23δύναμου πολυσακχαριδικού εμβολίου (PPSV), τουλάχιστον δύο μήνες μετά την τελευταία δόση του συζευγμένου σε παιδιά άνω των δύο ετών που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου (π.χ. σε ανοσοκαταστολή, με ασπληνία, δρεπανοκυτταρική νόσο, νεφρική ανεπάρκεια, διαβήτη, καρδιακή νόσο). Στα παιδιά αυτά συνιστάται να γίνεται και μια αναμνηστική δόση του PPSV πέντε χρόνια μετά την πρώτη.

6. Εμβόλιο κατά του μηνιγγιτιδόκοκκου, συζευγμένο (ΜCC και MCV4)

Το ΜCC γίνεται σε τρεις δόσεις (μικρότερη ηλικία χορήγησης οι έξι εβδομάδες), ενώ το MCV4 συνιστάται από την ηλικία των 11 ως 55 ετών, ανεξάρτητα από το αν έχει προηγηθεί εμβολιασμός με MCC.

7. Εμβόλιο κατά της ιλαράς-παρωτίτιδας-ερυθράς (ΜΜR)

Συνιστώνται δύο δόσεις του εμβολίου (η δεύτερη δόση πρέπει να χορηγείται σε ηλικία τεσσάρων ως έξι ετών ή και νωρίτερα, αρκεί να έχουν περάσει τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες από την πρώτη). Και οι δύο δόσεις πρέπει να χορηγούνται μετά το πρώτο έτος ζωής.

8. Εμβόλιο ανεμοβλογιάς

Η χορήγηση συνιστάται μετά την ηλικία των 12 μηνών για παιδιά που δεν έχουν νοσήσει (η δεύτερη δόση πρέπει να γίνεται σε ηλικία τεσσάρων ως έξι ετών, αλλά και νωρίτερα, αρκεί να έχουν περάσει τρεις μήνες μετά την πρώτη δόση). Εάν η δεύτερη δόση χορηγηθεί σε μεσοδιάστημα τεσσάρων εβδομάδων από την πρώτη σε παιδιά 12 μηνών ως 12 ετών δεν χρειάζεται επανάληψη.

9. Εμβόλιο ηπατίτιδας Α

Συνιστώνται δύο δόσεις με μεσοδιάστημα έξι μηνών και η μικρότερη ηλικία χορήγησης είναι οι 12 μήνες.

10. Εμβόλιο ιού ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV)

Υπάρχουν δύο εμβόλια: ένα τετραδύναμο και ένα διδύναμο (και τα δύο συνιστώνται για την πρόληψη των προκαρκινικών αλλοιώσεων και καρκινικών βλαβών του τραχήλου της μήτρας, ενώ το τετραδύναμο προστατεύει και από τα κονδυλώματα). Το τετραδύναμο έχει έγκριση χορήγησης στις ηλικίες 9 – 45 ετών και το διδύναμο στις ηλικίες 10 – 26 ετών, ενώ στη χώρα μας και τα δύο εμβόλια χορηγούνται δωρεάν στα κορίτσια ηλικίας 12 – 26 ετών.

11. Εμβόλιο κατά της φυματίωσης (ΒCG)

Προσοχή: Συνιστάται εμβολιασμός στη γέννηση σε παιδιά πληθυσμιακών ομάδων με υψηλό δείκτη διαμόλυνσης, όπως ορισμένες ομάδες μεταναστών, Αθίγγανοι κ.ά., ή όταν υπάρχει ιστορικό φυματίωσης στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον. Συνιστάται παράλληλα μαζικός προληπτικός έλεγχος με δερμοαντίδραση Mantoux στις ηλικίες 12-15 μηνών, 4-6 ετών (πριν από τον εμβολιασμό) και στις ηλικίες 11 ως 12 ετών στα ανεμβολίαστα παιδιά.

12. Εμβόλιο κατά της γρίπης

Συνιστάται για παιδιά κάτω των έξι μηνών που ανήκουν σε ομάδες αυξημένου κινδύνου (π.χ. με χρόνιες πνευμονοπάθειες, καρδιακή νόσο, ανοσοκαταστολή, δρεπανοκυτταρική νόσο, διαβήτη, νεφροπάθειες, νευρομυϊκά νοσήματα, παιδιά που κάνουν μακροχρόνια λήψη ασπιρίνης για νόσους όπως η Kawasaki ή η ρευματοειδής αρθρίτιδα). Δύο δόσεις εμβολίου απαιτούνται σε παιδιά έξι μηνών ως οκτώ ετών που εμβολιάζονται για πρώτη φορά ή που πρωτοεμβολιάστηκαν τον προηγούμενο χρόνο με μία μόνο δόση εμβολίου.

13. Εμβόλιο κατά του ροταϊού (rota)

Στην Ελλάδα διατίθενται δύο εμβόλια που χορηγούνται είτε σε τρεις δόσεις (ηλικίες δύο, τεσσάρων και έξι μηνών) είτε σε δύο δόσεις (δύο και τεσσάρων μηνών αντίστοιχα). Η πρώτη δόση πρέπει να χορηγείται στην ηλικία του ενάμιση μήνα ως τον τρίτο μήνα ζωής και ο εμβολιασμός πρέπει να έχει ολοκληρωθεί το αργότερο στην ηλικία των έξι μηνών. Μετά τον έκτο μήνα απαγορεύεται η χορήγηση του εμβολίου διότι υπάρχει κίνδυνος εγκολεασμού (εντερική απόφραξη που θέτει σε κίνδυνο την αιμάτωση του εντέρου).

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ

Τα εμβόλια των ενηλίκων

1. Εμβολιασμός κατά της γρίπης

Συνιστάται για όλους τους ενηλίκους άνω των 60 ετών μια δόση ετησίως. Προσοχή: Η ίδια σύσταση ισχύει και για όλα τα ενήλικα άτομα που ανήκουν σε ομάδες αυξημένου κινδύνου για σοβαρές επιπλοκές από τη γρίπη, όπως επαγγελματίες υγείας, άτομα με χρόνιες πνευμονοπάθειες, με ανοσοκαταστολή, με καρδιακή νόσο, μεταμοσχευμένοι, ασθενείς με νεφροπάθειες, διαβήτη.

2. Εμβολιασμός κατά διφθερίτιδας, τετάνου και κοκκύτη (Τd, TdaP)

Συστήνεται σε όλους τους ανεμβολίαστους ενηλίκους, ανεξαρτήτως ηλικίας, να εμβολιάζονται πλήρως με δύο δόσεις του εμβολίου Τd (για τέτανο και διφθερίτιδα) με μεσοδιάστημα τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων και με μια τρίτη δόση 6-12 μήνες μετά τη 2η δόση. Για τους ενηλίκους που έχουν λάβει λιγότερες από τρεις δόσεις συστήνεται η συμπλήρωση των δόσεων που δεν έχουν γίνει. Και στις δύο περιπτώσεις ο εμβολιασμός συνεχίζεται με μια αναμνηστική δόση Td ανά 10ετία. Συνιστάται όμως αντικατάσταση της μιας δόσης Td (είτε από τις τρεις αρχικές είτε από τις ανά 10ετία αναμνηστικές) από μια δόση Tdap (εμβόλιο κατά του τετάνου, της διφθερίτιδας και του κοκκύτη) ανεξαρτήτως ηλικίας, ως 65 ετών. Πρέπει επίσης να εμβολιάζονται με μια δόση Tdap όλες οι γυναίκες μετά τον τοκετό, τα άτομα που έρχονται σε στενή επαφή με βρέφη κάτω των 12 μηνών όπως βρεφοκόμοι, οικιακές βοηθοί, γιαγιάδες, παππούδες και το υγειονομικό προσωπικό.

3. Εμβολιασμός κατά της ιλαράς, της παρωτίτιδας, της ερυθράς (ΜΜR)

Σε ό,τι αφορά την ιλαρά και την παρωτίτιδα συστήνεται εμβολιασμός με δύο δόσεις MMR με ελάχιστο μεσοδιάστημα τεσσάρων εβδομάδων σε ενηλίκους που έχουν πρόσφατα εκτεθεί σε κρούσμα ιλαράς ή βρίσκονται σε κοινότητα με επιδημική έξαρση ιλαράς, σε φοιτητές που διαμένουν σε φοιτητικές εστίες, σε εργαζομένους σε υγειονομικές μονάδες και σε άτομα που πρόκειται να ταξιδέψουν σε άλλες χώρες. Σε ό,τι αφορά τον εμβολιασμό κατά της ερυθράς συστήνεται εμβολιασμός με δύο δόσεις ΜΜR σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που έχει αποδειχθεί εργαστηριακά ότι δεν έχουν ανοσία κατά της ερυθράς. Οι έγκυες χωρίς ανοσία πρέπει να εμβολιάζονται πρέπει να εμβολιάζονται μετά τον τοκετό και πριν από την έξοδό τους από το μαιευτήριο με μια δόση MMR.

4. Eμβολιασμός κατά της ανεμοβλογιάς

Ολοι οι ενήλικοι χωρίς ένδειξη ανοσίας στην ανεμοβλογιά (προηγηθείσα νόσηση ή εμβολιασμός) πρέπει να εμβολιάζονται με δύο δόσεις του εμβολίου με ελάχιστο μεσοδιάστημα τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων ή με μία δόση αν έχουν κάνει την πρώτη δόση σε μικρή ηλικία. Ειδικότερα πρέπει να εμβολιάζονται συγγενείς ατόμων με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα όπως τα άτομα με ανοσοανεπάρκειες και ανοσοκαταστολή, εκπαιδευτές, νηπιαγωγοί, πληθυσμοί ιδρυμάτων, φοιτητές που διαμένουν σε φοιτητικές εστίες, στρατιώτες, έφηβοι, μη έγκυες γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, άτομα που ταξιδεύουν στο εξωτερικό, υγειονομικό προσωπικό.

5. Εμβολιασμός για τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (ΗPV)

Παρ’ ότι συστήνεται η χορήγηση του εμβολίου (είτε του διδύναμου είτε του τετραδύναμου) πριν από την έναρξη της σεξουαλικής ζωής των κοριτσιών και της πιθανής έκθεσής τους στον ιό, η χορήγηση μπορεί να γίνει και μετά την έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας και της πιθανής έκθεσης στον HPV (το τετραδύναμο εμβόλιο μπορεί επίσης να χορηγηθεί σε αγόρια 9-26 ετών για την πρόληψη εμφάνισης κονδυλωμάτων). Και αυτό διότι ακόμη και αν ένα κορίτσι έχει μολυνθεί με κάποιον από τους τύπους που περιέχονται στο εμβόλιο, μπορεί να προστατευθεί από κάποιους άλλους που επίσης περιέχονται σε αυτό.

6. Εμβολιασμός κατά του πνευμονιόκοκκου (PCV13)

Συστήνεται εμβολιασμός όλων των ατόμων άνω των 50 ετών με μια δόση του συζευγμένου εμβολίου (PCV13). Για τα άτομα ηλικίας 19-50 ετών συστήνονται 1-2 δόσεις του πολυσακχαριδικού (PPSV) εμβολίου όταν ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου για μόλυνση με πνευμονιόκοκκο (π.χ. χρόνιοι καπνιστές, ασθενείς με κοχλιακά εμφυτεύματα καθώς και άτομα με συγγενείς αντισωματικές ανεπάρκειες, ανοσοκαταστολή, ασπληνία, νεφρική ανεπάρκεια, σακχαρώδη διαβήτη, καρδιακή νόσο, χρόνια πνευμονοπάθεια συμπεριλαμβανομένου του άσθματος).

7. Εμβολιασμός κατά του μηνιγγιτιδόκοκκου (ΜnCV4)

Συστήνεται εμβολιασμός με μία δόση του τετραδύναμου συζευγμένου μηνιγγιτιδοκοκκικού εμβολίου σε άτομα υψηλού κινδύνου για μηνιγγοκοκκική νόσο (φοιτητές σε φοιτητικές εστίες, στρατιώτες, ταξιδιώτες σε ενδημικές περιοχές όπως η υποσαχάριος Αφρική, ταξιδιώτες στη Μέκκα) καθώς και σε άτομα με λειτουργική ή ανατομική ασπληνία ή άτομα με HIV λοίμωξη. Αν τα άτομα αυτά έχουν ήδη λάβει το παλαιότερο μη συζευγμένο πολυσακχαριδικό εμβόλιο πρέπει να επανεμβολιασθούν και με το συζευγμένο (λήψη δύο δόσεων του εμβολίου με μεσοδιάστημα δύο μηνών).

8. Εμβολιασμός κατά της ηπατίτιδας Α

Ο εμβολιασμός συστήνεται σε ενήλικες που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου (όπως ομοφυλόφιλοι, τοξικομανείς, επαγγελματίες υγείας, προσωπικό καθαριότητας εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, άτομα με χρόνια ηπατική νόσο).

9. Εμβολιασμός κατά της ηπατίτιδας Β

Ο εμβολιασμός συστήνεται σε όλους τους ενηλίκους χωρίς ένδειξη ανοσίας. Είναι όμως απαραίτητος σε ενηλίκους που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου για μόλυνση με τον ιό της ηπατίτιδας Β (π.χ. άτομα με περισσότερους από έναν ερωτικούς συντρόφους στη διάρκεια των τελευταίων έξι μηνών, άτομα με σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, ομοφυλόφιλοι, τοξικομανείς).

10. Εμβολιασμός κατά του έρπητα ζωστήρα

Στη χώρα μας δεν κυκλοφορεί εμβόλιο για τον έρπητα ζωστήρα. Γενικώς συστήνεται χορήγηση μιας δόσης του εμβολίου για ενηλίκους 60 ετών και άνω ανεξάρτητα από το αν αναφέρεται προηγούμενο επεισόδιο έρπητα ζωστήρα. Δεδομένης της έλλειψης του ειδικού εμβολίου, μπορεί να γίνει εμβολιασμός με το εμβόλιο της ανεμοβλογιάς αφού ο ίδιος ιός προκαλεί και τον έρπητα ζωστήρα.

ΜΗΝΙΓΓΙΤΙΔΑ

Νέα «όπλα» στη μάχη με τον μηνιγγιτιδόκοκκο

Σημαντικά βήματα για την πρόληψη της μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου, μιας άκρως απειλητικής για τη ζωή ασθένειας που «πλήττει» κυρίως τα μικρά παιδιά και τους εφήβους και μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο μέσα σε 24-48 ώρες από την πρώτη εκδήλωση των συμπτωμάτων, έχουν κάνει τα τελευταία χρόνια οι επιστήμονες.

Οπως αναφέρει μιλώντας στο «Βήμα» η καθηγήτρια Παιδιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, λοιμωξιολόγος, αντιπρόεδρος του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ) κυρία Μαρία Θεοδωρίδου, έχουμε πλέον στα χέρια μας αποτελεσματικά εμβόλια για τον μηνιγγιτιδόκοκκο, τα οποία, σε αντίθεση με τα παλαιότερα, μπορούν να εφαρμοστούν σε μικρές ηλικίες. Τον τελευταίο χρόνο μάλιστα είναι διαθέσιμο στην ελληνική αγορά το πρώτο τετραδύναμο συζευγμένο εμβόλιο για τον μηνιγγιτιδόκοκκο, το οποίο ενδείκνυται για χορήγηση σε εφήβους ηλικίας άνω των 11 ετών και καλύπτει τις τέσσερις βασικές οροομάδες του βακτηρίου Neisseria meningitides που προκαλεί μηνιγγιτιδοκοκκική νόσο (πρόκειται για τις οροομάδες Α, C, W135 και Υ). Σύμφωνα με την καθηγήτρια, στις ΗΠΑ και σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες το εμβόλιο έχει πάρει άδεια για χορήγηση και σε μικρά παιδιά ηλικίας δύο ετών και άνω ενώ ανάλογη έγκριση αναμένεται σύντομα και στη χώρα μας. Μεγάλη νίκη όμως ενάντια στη βακτηριακή μηνιγγίτιδα αναμένεται να επέλθει όταν «κατατροπωθεί» και η οροομάδα Β του βακτηρίου. Η κυρία Θεοδωρίδου τονίζει: «Η συγκεκριμένη είναι μια από τις μεγάλες προκλήσεις στον τομέα της ανάπτυξης εμβολίων. Εκτιμάται ότι ένα τέτοιο εμβόλιο θα είναι διαθέσιμο στα τέλη του 2012».

ΠΝΕΥΜΟΝΙΕΣ

«Ασπίδα» το εμβόλιο για τον πνευμονιόκοκκο

Μια από τις μεγαλύτερες απειλές, με υψηλή μάλιστα θνητότητα, αποτελεί η πνευμονιοκοκκική νόσος, η οποία «προτιμά» τα παιδιά κάτω των πέντε ετών καθώς και τους ενηλίκους άνω των 50 ετών – κυρίως όταν συνυπάρχουν υποκείμενα νοσήματα, όπως η συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, το βρογχικό άσθμα, ο σακχαρώδης διαβήτης. Σύμφωνα με μελέτη της Ευρωπαϊκής Πνευμονολογικής Εταιρείας το συνολικό κόστος της πνευμονίας (σε ό,τι αφορά τόσο φάρμακα και νοσοκομειακή περίθαλψη όσο και χαμένες ημέρες εργασίας) ανέρχεται σε 10 δισ. ευρώ ετησίως μόνο στην Ευρώπη. Την ίδια στιγμή στοιχεία δείχνουν ότι στη χώρα μας η χορήγηση του 13δύναμου συζευγμένου πνευμονιοκοκκικού εμβολίου οδηγεί σε εξοικονόμηση μεγαλύτερη από 4 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Ο πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών κ. Ανδρέας Κωνσταντόπουλος σημειώνει πως υπάρχουν νέα δεδομένα σε ό,τι αφορά τη χορήγηση του συγκεκριμένου εμβολίου. «Είδαμε ότι ύστερα από χορήγηση δύο δόσεων του παλαιού πολυσακχαριδικού εμβολίου, στη χορήγηση της τρίτης δόσης αυτό σταματά να είναι αποτελεσματικό.

Από μελέτες προέκυψε λοιπόν ότι η χορήγηση δύο δόσεων του νέου εμβολίου για τον πνευμονιόκοκκο, με απόσταση τουλάχιστον δύο μηνών μεταξύ τους, μπορεί να καλύψει το άτομο εφ’ όρου ζωής».

Ένα στα δύο παιδιά έχει πρόβλημα παχυσαρκίας

Αρνητική πρωτιά στην παιδική παχυσαρκία έχει η Ελλάδα στην Ευρώπη, σύμφωνα με νέα έρευνα που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Ένα στα δύο Ελληνόπουλα έχει πρόβλημα βάρους, όπως προέκυψε από την έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε μαθητές και μαθήτριες ηλικίας 10-12 ετών από επτά διαφορετικές χώρες. Περίπου το 20% των Ελλήνων αυτής της ηλικίας έχει πρόβλημα παχυσαρκίας, ενώ ένα 30% επιπλέον είναι υπέρβαρο.

Στον αντίποδα βρίσκονται τα παιδιά από τη Νορβηγία όπου μόλις το 4% είναι παχύσαρκα, ενώ υπέρβαρα είναι το 15%.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, τα κορίτσια τείνουν να προσέχουν περισσότερο το βάρος τους από τα αγόρια, αν και αθλούνται λιγότερο. Τα αγόρια από την πλευρά τους αφιερώνουν περισσότερο χρόνο μπροστά στην τηλεόραση και καταναλώνουν μεγαλύτερες ποσότητες αναψυκτικών.

Τα αίτια που κρύβονται πίσω από αυτές τις διαφορές ανάμεσα στα δυο φύλα δεν είναι σαφή από επιστημονικής άποψης. Όπως δεν είναι σαφές γιατί τα ελληνόπουλα αθλούνται λιγότερο από τους ευρωπαίους συνομηλίκους τους.

Πάντως, οι Ούγγροι αυτής της ηλικίας κατέχουν το ρεκόρ τηλεθέασης, οι Βέλγοι κοιμούνται περισσότερο απ’ όλους και οι Ολλανδοί καταναλώνουν τα περισσότερα αναψυκτικά.

Η παιδική παχυσαρκία στην Ευρώπη φαίνεται να έχει σπάσει κάθε ρεκόρ αφού δέκα στα εκατό παιδιά είναι παχύσαρκα και άλλα είκοσι στα εκατό είναι υπέρβαρα.

Οι ειδικοί διαπίστωσαν, επίσης, ότι τα παιδιά των οποίων οι γονείς έχουν υψηλό μορφωτικό επίπεδο τείνουν να είναι πιο αδύνατα. Και από αυτόν τον κανόνα, ωστόσο, εξαιρείται η Ελλάδα – μαζί με την Ισπανία.

Οι ειδικοί αποδίδουν τις διαφορές βάρους στη διατροφική κουλτούρα και τις γαστρονομικές συνήθειες που διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Επισημαίνουν, πάντως, ότι τα παιδιά όλων των χωρών έχουν κάτι κοινό: είναι εκτεθειμένα σε πολλούς πειρασμούς που στρώνουν το δρόμο προς την παχυσαρκία.

Όταν γονείς πολύ μικρών πρόωρων νεογνών στρεσάρονται ή εμφανίζουν κατάθλιψη, τα παιδιά τους είναι περισσότερο πιθανό να έχουν εμφανίσει προβλήματα συμπεριφοράς μέχρι την ηλικία των 3 ετών, σύμφωνα με νέα έρευνα.

Επίσης όσο χειρότερο είναι το σκορ των γονέων σε δείκτες ψυχικής ευεξίας τόσο πιθανότερο είναι να εμφανίσουν τα παιδιά τους προβλήματα.

Η ερευνήτρια Dr. Mira Huhtala, του Turku University Hospital στη Φινλανδία, δήλωσε ότι η ψυχολογική ευεξία των 2 γονέων είναι σημαντικός παράγοντας στη συμπεριφοριστική και συναισθηματική ανάπτυξη των πρόωρων παιδιών.

Τα αποτελέσματα της έρευνας, θα δημοσιευτούν στο περιοδικό ‘Pediatrics’ τον Απρίλιο.

Τα μωρά που γεννιούνται πρόωρα έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για προβλήματα συμπεριφοράς και συναισθήματος, καθώς και νευρολογικά προβλήματα, πιθανόν λόγω πολλών αιτίων, σύμφωνα με την παρούσα έρευνα.

Η Dr. Deborah Campbell, του Ιατρικού κέντρου Montefiore στη Νέα Υόρκη, σημειώνει ότι τα πρόωρα έχουν μεγάλος στρες στην εντατική μονάδα. Ενώ δεν είναι σαφές ακριβώς πώς το στρες μπορεί να επηρεάζει το μωρό, δήλωσε ότι μπορεί ενδεχομένως να προκαλεί αλλαγές στον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο. Πρόσθεσε ότι τα πρόωρα έχουν επίσης μικρότερο όγκο εγκεφάλου κατά μέσον όρο και γενικά δεν είναι τόσο ανεπτυγμένα όσο θα έπρεπε.

Ταυτόχρονα οι γονείς είναι απίστευτα στρεσαρισμένοι και με λιγότερες αντοχές. Η πρόωρη γέννηση του παιδιού τους μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερες προσδοκίες και μπορεί να φοβούνται πολύ, γεγονός που μπορεί ενδεχομένως να περιορίσει τις ευκαιρίες του παιδιού για φυσιολογική ανάπτυξη, σημειώνει η ερευνήτρια. Αν οι γονείς έχουν κατάθλιψη ή αισθάνονται απώλεια μπορεί να μη δεσμευτούν ή να μη συνδεθούν με το παιδί. Είναι δύσκολο να πούμε πόσο μέρος της συμπεριφοράς οφείλεται στη βιολογία και πόσο στην επίδραση της οικογένειας, πρόσθεσε.

Η Huhtala αξιολόγησε 140 γονείς παιδιών πολύ χαμηλού βάρους κατά τη γέννηση, που γεννήθηκαν πριν τις 37 εβδομάδες.

Συλλέχτηκαν στοιχεία για τους γονείς κατά την περίοδο της γέννησης. Όταν τα μωρά έγιναν 2 ετών οι γονείς συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια για την ψυχική ευεξία και οι ερευνητές αξιολόγησαν τη συμπεριφορά των παιδιών. Πριν τα τρίτα γενέθλια των παιδιών οι γονείς συμπλήρωσαν ερωτηματολόγιο για τη συμπεριφορά του παιδιού.

Οι γονείς αξιολογήθηκαν για κατάθλιψη, στρες και ‘αίσθηση συνοχής’. Η ‘αίσθηση συνοχής’ είναι η ετοιμότητα επιτυχούς συντονισμού και εκμετάλλευσης προσωπικών πηγών.

Όσο περισσότερα συμπτώματα φτωχής ψυχικής ευεξίας (καταθλιπτικά συμπτώματα, στρες ή ασθενή αίσθηση συνοχής) εμφάνιζαν οι γονείς τόσο περισσότερα προβλήματα συμπεριφοράς ανέφεραν οι γονείς ότι εμφάνισαν τα παιδιά τους. Η έρευνα έδειξε ότι όχι μόνο η ψυχική ευεξία της μητέρας αλλά και του πατέρα συμβάλλει στα προβλήματα συμπεριφοράς των πρόωρων παιδιών.

Επιθετικές συμπεριφορές και προβλήματα προσοχής έτειναν να σχετίζονται περισσότερο με την ευεξία της μητέρας. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι οι πατέρες βρίσκουν ευκολότερο να ανεχτούν αυτού του είδους τις συμπεριφορές, υποδεικνύει η ερευνήτρια.

Το στρες είναι φυσιολογικό μετά από πρόωρο τοκετό και η έρευνα δεν δείχνει αιτιατή σχέση μεταξύ του στρες και θεμάτων συμπεριφοράς, αλλά μια σύνδεση.
Η Huhtala συνιστά οι γονείς να ζητήσουν ψυχολογική στήριξη αν έχουν πρόβλημα όσον αφορά την αντιμετώπιση μετά τη γέννηση πρόωρου νεογνού.

Πολλοί γονείς με πολύ πρόωρο νεογνό βασικά έχουν διαταραχή μετατραυματικού στρες, δήλωσε, και έχουν να αντιμετωπίσουν αισθήματα ενοχών και χρειάζεται να θρηνήσουν την απώλεια της ζωής που είχαν φανταστεί για το παιδί τους.

Το θέμα της πρόωρης γέννησης συχνά αποτελεί διαδικασία που διαρκεί μια ζωή, δήλωσε η Campbell. Οι γονείς μπορεί ενδεχομένως να σκέπτονται ότι ξεπέρασαν το χειρότερο όταν παίρνουν το παιδί στο σπίτι αλλά το παιδί μπορεί να έχει προβλήματα όταν αρχίζει το σχολείο. Για κάθε θέμα που εμφανίζεται, οι γονείς έχουν να θρηνήσουν και πάλι, δήλωσε.

Πηγές: ‘Pediatrics’.

Όταν γονείς πολύ μικρών πρόωρων νεογνών στρεσάρονται ή εμφανίζουν κατάθλιψη, τα παιδιά τους είναι περισσότερο πιθανό να έχουν εμφανίσει προβλήματα συμπεριφοράς μέχρι την ηλικία των 3 ετών, σύμφωνα με νέα έρευνα.

Επίσης όσο χειρότερο είναι το σκορ των γονέων σε δείκτες ψυχικής ευεξίας τόσο πιθανότερο είναι να εμφανίσουν τα παιδιά τους προβλήματα.

Η ερευνήτρια Dr. Mira Huhtala, του Turku University Hospital στη Φινλανδία, δήλωσε ότι η ψυχολογική ευεξία των 2 γονέων είναι σημαντικός παράγοντας στη συμπεριφοριστική και συναισθηματική ανάπτυξη των πρόωρων παιδιών.

Τα αποτελέσματα της έρευνας, θα δημοσιευτούν στο περιοδικό ‘Pediatrics’ τον Απρίλιο.

Τα μωρά που γεννιούνται πρόωρα έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για προβλήματα συμπεριφοράς και συναισθήματος, καθώς και νευρολογικά προβλήματα, πιθανόν λόγω πολλών αιτίων, σύμφωνα με την παρούσα έρευνα.

Η Dr. Deborah Campbell, του Ιατρικού κέντρου Montefiore στη Νέα Υόρκη, σημειώνει ότι τα πρόωρα έχουν μεγάλος στρες στην εντατική μονάδα. Ενώ δεν είναι σαφές ακριβώς πώς το στρες μπορεί να επηρεάζει το μωρό, δήλωσε ότι μπορεί ενδεχομένως να προκαλεί αλλαγές στον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο. Πρόσθεσε ότι τα πρόωρα έχουν επίσης μικρότερο όγκο εγκεφάλου κατά μέσον όρο και γενικά δεν είναι τόσο ανεπτυγμένα όσο θα έπρεπε.

Ταυτόχρονα οι γονείς είναι απίστευτα στρεσαρισμένοι και με λιγότερες αντοχές. Η πρόωρη γέννηση του παιδιού τους μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερες προσδοκίες και μπορεί να φοβούνται πολύ, γεγονός που μπορεί ενδεχομένως να περιορίσει τις ευκαιρίες του παιδιού για φυσιολογική ανάπτυξη, σημειώνει η ερευνήτρια. Αν οι γονείς έχουν κατάθλιψη ή αισθάνονται απώλεια μπορεί να μη δεσμευτούν ή να μη συνδεθούν με το παιδί. Είναι δύσκολο να πούμε πόσο μέρος της συμπεριφοράς οφείλεται στη βιολογία και πόσο στην επίδραση της οικογένειας, πρόσθεσε.

Η Huhtala αξιολόγησε 140 γονείς παιδιών πολύ χαμηλού βάρους κατά τη γέννηση, που γεννήθηκαν πριν τις 37 εβδομάδες.

Συλλέχτηκαν στοιχεία για τους γονείς κατά την περίοδο της γέννησης. Όταν τα μωρά έγιναν 2 ετών οι γονείς συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια για την ψυχική ευεξία και οι ερευνητές αξιολόγησαν τη συμπεριφορά των παιδιών. Πριν τα τρίτα γενέθλια των παιδιών οι γονείς συμπλήρωσαν ερωτηματολόγιο για τη συμπεριφορά του παιδιού.

Οι γονείς αξιολογήθηκαν για κατάθλιψη, στρες και ‘αίσθηση συνοχής’. Η ‘αίσθηση συνοχής’ είναι η ετοιμότητα επιτυχούς συντονισμού και εκμετάλλευσης προσωπικών πηγών.

Όσο περισσότερα συμπτώματα φτωχής ψυχικής ευεξίας (καταθλιπτικά συμπτώματα, στρες ή ασθενή αίσθηση συνοχής) εμφάνιζαν οι γονείς τόσο περισσότερα προβλήματα συμπεριφοράς ανέφεραν οι γονείς ότι εμφάνισαν τα παιδιά τους. Η έρευνα έδειξε ότι όχι μόνο η ψυχική ευεξία της μητέρας αλλά και του πατέρα συμβάλλει στα προβλήματα συμπεριφοράς των πρόωρων παιδιών.

Επιθετικές συμπεριφορές και προβλήματα προσοχής έτειναν να σχετίζονται περισσότερο με την ευεξία της μητέρας. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι οι πατέρες βρίσκουν ευκολότερο να ανεχτούν αυτού του είδους τις συμπεριφορές, υποδεικνύει η ερευνήτρια.

Το στρες είναι φυσιολογικό μετά από πρόωρο τοκετό και η έρευνα δεν δείχνει αιτιατή σχέση μεταξύ του στρες και θεμάτων συμπεριφοράς, αλλά μια σύνδεση.
Η Huhtala συνιστά οι γονείς να ζητήσουν ψυχολογική στήριξη αν έχουν πρόβλημα όσον αφορά την αντιμετώπιση μετά τη γέννηση πρόωρου νεογνού.

Πολλοί γονείς με πολύ πρόωρο νεογνό βασικά έχουν διαταραχή μετατραυματικού στρες, δήλωσε, και έχουν να αντιμετωπίσουν αισθήματα ενοχών και χρειάζεται να θρηνήσουν την απώλεια της ζωής που είχαν φανταστεί για το παιδί τους.

Το θέμα της πρόωρης γέννησης συχνά αποτελεί διαδικασία που διαρκεί μια ζωή, δήλωσε η Campbell. Οι γονείς μπορεί ενδεχομένως να σκέπτονται ότι ξεπέρασαν το χειρότερο όταν παίρνουν το παιδί στο σπίτι αλλά το παιδί μπορεί να έχει προβλήματα όταν αρχίζει το σχολείο. Για κάθε θέμα που εμφανίζεται, οι γονείς έχουν να θρηνήσουν και πάλι, δήλωσε.

Πηγές: ‘Pediatrics’.

Ζητήματα συμπεριφοράς παιδιών συνδέονται με διαταραχές στην αναπνοή

Αμερικανική μελέτη στην οποία συμμετείχαν περισσότερα από 10.000 παιδιά έδειξε ότι τα μικρά παιδιά που ροχαλίζουν πολύ ή έχουν κάποια άλλη αναπνευστική δυσκολία τις νύχτες ενδέχεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν συμπεριφορικά ή συναισθηματικά προβλήματα αργότερα στη ζωή τους.

Η έρευνα, η οποία δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Pediatrics, δεν είναι η πρώτη που συνδέει ζητήματα συμπεριφοράς με διαταραχές στην αναπνοή στη διάρκεια του ύπνου με τα παιδιά είτε να ροχαλίζουν, είτε να αναπνέουν από το στόμα ή να πάσχουν από υπνική άπνοια.

«Δεν επινοήσαμε τον συσχετισμό» είπε η επικεφαλής ερευνήτρια Κάρεν Μπόνακ στο Κολλέγιο Ιατρικής Άινσταϊν της Νέας Υόρκης.

Αλλά η έρευνα της ομάδας της, η οποία παρακολούθησε περισσότερα από 13.000 παιδιά από τη νηπιακή ηλικία ως τα επτά τους χρόνια, είναι η μεγαλύτερη που έχει γίνει για αυτό το πρόβλημα.

Από τα παιδιά αυτά, το 45% παραμένει χωρίς προβλήματα αναπνοής τη νύχτα, σύμφωνα με τους γονείς τους. Τα υπόλοιπα εμφάνισαν συμπτώματα κάποια στιγμή στη διάρκεια της νηπιακής ηλικίας ή τα πρώτα χρόνια της παιδικής.

Το 8% των παιδιών εμπίπτει στην «χειρότερη» κατά τους ερευνητές κατηγορία με προβλήματα αναπνοής που κορυφώθηκαν στην ηλικία των δύο και των τριών και επέμειναν.

Συνολικά, η ομάδα της Μπόνακ διαπίστωσε ότι τα παιδιά με προβλήματα αναπνοής στον ύπνο ήταν πιθανότερο να εμφανίσουν μέχρι τα επτά τους χρόνια διαταραχές της συμπεριφοράς ή συναισθηματικές, όπως Σύνδρομο Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ADHD) ή άγχος.

Σχεδόν το 13,5% είχαν τέτοια συμπτώματα στα επτά τους, σε αντίθεση με λίγο πάνω από το 8% των παιδιών που είχαν απαλλαγεί από προβλήματα αναπνοής στον ύπνο.

Πώς εκδηλώνεται αλλά και αντιμετωπίζεται η ασθένεια των πνευμόνων

Η πνευμονία είναι μόλυνση των πνευμόνων που συνοδεύεται από βήχα, πυρετό, αναπνευστική δυσχέρεια και φλέγματα. Οι περισσότερες πνευμονίες προκαλούνται από βακτηρίδια. Υπάρχουν όμως και άλλοι μικροοργανισμοί όπως ιοί, μύκητες και παράσιτα που μπορούν να προσβάλουν τους πνεύμονες και να προκαλέσουν πνευμονία.
Ένα από τα συχνότερα βακτηρίδια που προκαλούν πνευμονία είναι ο πνευμονιόκοκκος (Streptococcus Pneumonia). Ένα άλλο βακτηρίδιο που προκαλεί πνευμονία αλλά με μικρότερη συχνότητα, είναι ο χρυσίζων σταφυλόκοκκος.

Ορισμένα άλλα βακτηρίδια όπως το μυκόπλασμα, η λεγιονέλλα, τα χλαμύδια και ορισμένοι ιοί, προκαλούν πνευμονίες που δεν έχουν όλα τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της πνευμονίας. Για το λόγο αυτό οι μολύνσεις των πνευμόνων από τα μικρόβια αυτά αποκαλούνται άτυπες πνευμονίες. Οι άτυπες πνευμονίες προσβάλλουν συνήθως τα άτομα κάτω των 40 ετών.

Επίσης ασθενείς που είναι ήδη εισηγμένοι σε νοσοκομεία, πιθανόν να παρουσιάσουν δευτερογενείς πνευμονίες λόγω μικροβίων που έχουν πάρει από το νοσοκομείο.

Οι ασθενείς με μειωμένη άμυνα όπως οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά, οι καρκινοπαθείς, οι ασθενείς με AIDS ή με άλλη χρόνια πάθηση είναι περισσότερο ευάλωτοι στις δευτερογενείς νοσοκομειακές πνευμονίες. Οι πνευμονίες αυτές, είναι σοβαρότερης μορφής διότι μεταδίδονται από ανθεκτικά νοσοκομειακά μικρόβια.

Πνευμονίες μπορούν επίσης να προκληθούν από εισρόφηση υγρών στους πνεύμονες. Τα υγρά αυτά μπορεί να προέρχονται από το στόμα ή από το στομάχι. Τα υγρά αυτά είναι δυνατόν να προκαλέσουν χημική πνευμονία.
Τα κυριότερα συμπτώματα της πνευμονίας είναι ο πυρετός, ο βήχας με φλέγματα, η δυσχέρεια αναπνοής και η κούραση.

Οι ασθενείς μπορούν επίσης να έχουν πόνο στο θώρακα, ταχύπνοια, κυάνωση και υπόταση. Στους ηλικιωμένους ασθενείς, η αλλοίωση της γενικής κατάστασης με έντονη κούραση ή ακόμη μια κατάσταση σύγχυσης μπορεί να είναι από τα πιο έντονα συμπτώματα.

Η διάγνωση βασίζεται στο ιστορικό του ασθενούς, στην ιατρική εξέταση και τις συμπληρωματικές εξετάσεις που περιλαμβάνουν αναλύσεις αίματος, των φλεγμάτων και ακτινογραφία του θώρακα.

Η ύπαρξη ταχύπνοιας, δηλαδή μιας γρήγορης αναπνοής, τα χείλη και τα δάκτυλα που έχουν μια κακή, χλωμή ή κυανή χρώση, είναι δείκτες σοβαρότητας της ασθένειας που δείχνουν ότι δεν υπάρχει ικανοποιητικό οξυγόνο στην κυκλοφορία του αίματος. Εάν η κατάσταση αυτή επιδεινωθεί και δεν δοθεί η κατάλληλη θεραπεία, τότε είναι δυνατόν να υπάρξει ταχυκαρδία και κατάσταση νευρολογικής σύγχυσης, λόγω ανεπάρκειας καλής οξυγόνωσης του εγκεφάλου.

Η κλινική εξέταση από το γιατρό μπορεί με τη βοήθεια του στηθοσκοπίου να αναγνωρίσει το γεγονός ότι υπάρχει πνευμονία. Όμως η ακτινογραφία του θώρακα θα επιβεβαιώσει ότι υπάρχει πύκνωση στους πνεύμονες λόγω μόλυνσης με κάποιο μικρόβιο.

Οι αναλύσεις του αίματος πιθανόν να δείξουν αύξηση των λευκών αιμοσφαιρίων του αίματος. Επίσης σε περιπτώσεις βακτηριδιακών μολύνσεων είναι αυξημένα και τα ουδετερόφιλα. Τα ουδετερόφιλα είναι η ομάδα των λευκών αιμοσφαιρίων που καταπολεμούν τις βακτηριδιακές μολύνσεις.

Άλλες αναλύσεις μπορούν να επιβεβαιώσουν την ύπαρξη φλεγμονής και μόλυνσης. Οι καλλιέργειες του αίματος, μπορούν να δείξουν ότι ένα παθολογικό μικρόβιο έχει περάσει και έχει μολύνει και το αίμα προκαλώντας σηψαιμία. Οι καλλιέργειες πτυέλων, είναι επίσης δυνατόν να βοηθήσουν στην αναγνώριση του παθολογικού οργανισμού που προκάλεσε την πνευμονία.

Συνολικά το ιστορικό και η εξέταση του ασθενούς, οι αναλύσεις αίματος, οι καλλιέργειες αίματος και πτυέλων, η ακτινογραφία θώρακος, η ύπαρξη ειδικών αντισωμάτων στο αίμα, βοηθούν στο να γίνει η διάγνωση της πνευμονίας και σε πολλές περιπτώσεις να αναγνωρισθεί ο παράγοντας που την έχει προκαλέσει.

Η διάρκεια της πνευμονίας εξαρτάται από το μικρόβιο που την έχει προκαλέσει. Μπορεί να διαρκέσει από μερικές μέρες μέχρι μία εβδομάδα ή περισσότερο. Η ανταπόκριση στην αντιβίωση και ο χρόνος έναρξης της αντιβίωσης παίζουν ρόλο στο πόσο θα διαρκέσει η ασθένεια.

Η θεραπεία περιλαμβάνει την αντιβίωση ανάλογα με το μικρόβιο που έχει προκαλέσει την πνευμονία. Εάν δεν έχει απομονωθεί ένα συγκεκριμένο μικρόβιο, η αντιβίωση θα δοθεί ανάλογα με τα ευρήματα που θα βρεθούν και που θα δείχνουν προς μια συγκεκριμένη ομάδα παθογόνων οργανισμών.

Σε ορισμένες περιπτώσεις ασθενών με χρόνια προβλήματα ή ηλικιωμένων ή παιδιών, η διάγνωση της πνευμονίας πιθανόν να επιβάλει και την εισαγωγή του ασθενούς στο νοσοκομείο.

Εκτός από την αντιβίωση, επιπρόσθετα θεραπευτικά μέτρα που μπορούν να βοηθήσουν είναι η ξεκούραση στο κρεβάτι του ασθενούς, η ενυδάτωση, η παροχή οξυγόνου εάν χρειάζεται. Εάν υπάρχει ξηρός, κουραστικός και μη παραγωγικός βήχας τα φάρμακα που καταστέλλουν το βήχα, ανακουφίζουν τον ασθενή.

Η πρόληψη για ορισμένες μορφές της πνευμονίας μπορεί να γίνει με εμβόλιο εναντίον γνωστών μικροβίων που προκαλούν πνευμονίες. Για παράδειγμα το εμβόλιο εναντίον των συχνότερων τύπων του πνευμονιοκόκκου, μπορεί να προστατεύει από τις πνευμονίες που προκαλεί το μικρόβιο αυτό. Το εμβόλιο εναντίον της γρίπης, μειώνοντας τη συχνότητα της γρίπης, μειώνει και τις βακτηριδιακές πνευμονίες που προκύπτουν λόγω επιπλοκών της γρίπης.

Τα εμβόλια κατά του πνευμονιοκόκκου και εναντίον της γρίπης, χορηγούνται σε ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού όπως άτομα τρίτης ηλικίας, σε παιδιά, σε ανοσοκατασταλμένους δηλαδή ασθενείς με μειωμένη άμυνα του οργανισμού και σε άλλους ασθενείς με χρόνιες παθήσεις. Σήμερα η τάση είναι να γίνονται ευκολότερα εμβολιασμοί σε ευρύτερα σύνολα του πληθυσμού.

Το πλύσιμο των χεριών, η χρήση προστατευτικής μάσκας προσώπου, ο καλός αερισμός των εσωτερικών χώρων, η τήρηση μιας κατάλληλης ατομικής υγιεινής, η καλή διατροφή, είναι επιπρόσθετα προληπτικά μέτρα που προστατεύουν από την πνευμονία.

Πηγή: ygeianews.gr

Next »