Archive for the 'Υγεία κ Παιδί' Category

Regular egg consumption starting at 4 to 6 months of age does not change the risk for egg allergy at 1 year of age or older, compared with delayed introduction of eggs, the authors of a new study report.

However, some of the findings, which come from the Starting Time of Egg Protein (STEP) randomized, double-blind trial, do hint at a possible benefit of early egg introduction, they point out.

STEP participants had no allergic symptoms at the time of enrollment, although they had a hereditary risk for allergies, Debra J. Palmer, PhD, from the School of Paediatrics and Child Health, The University of Western Australia in Crawley, and colleagues write. This distinguishes STEP from studies such as the Learning Early About Peanut Allergy (LEAP) trial, for which an existing allergic disease, such as eczema, was a prerequisite. In LEAP, early and sustained consumption of peanut products was associated with a significant decrease in the incidence of peanut allergy.

“We found no evidence that regular egg intake from 4 to 6.5 months of age substantially alters the risk of egg allergy by 1 year of age, in infants who are at hereditary risk of allergic disease and had no eczema symptoms at study entry,” the authors conclude. “There is no need for routine testing of infants without eczema in the community to determine egg sensitization status prior to the introduction of egg and egg-containing foods when solids are introduced.”

The study was published online August 21 in the Journal of Allergy and Clinical Immunology.

Children were enrolled in STEP between the ages of 4 and 6.5 months. Their mothers had atopy, but the children themselves had no eczema or allergic illness and no previous consumption of egg. They were randomly assigned to receive an intervention (egg) or control (no egg) powder that was mixed into their food. The two preparations were similar in color, smell, texture, and taste and were administered once a day from the time of randomization until the children were 10 months of age. At 10 months of age, parents introduced cooked egg into the diets of all children in both trial groups.

Of the 820 original participants, 748 had the skin prick test and egg challenge at the 12-month examination. IgE-mediated egg allergy was diagnosed in 26 of 371 (7%) children in the intervention group and 39 of 377 (10.3%) in the control group.

The relative risk, adjusted for city, infant sex, breast-feeding status, and paternal history of allergic disease (aRR), was 0.75 (95% confidence interval [CI], 0.48 – 1.17; adjusted P = .20). But while “the sample size was sufficient to rule out large increases in egg allergy risk…we cannot rule out potentially important benefits,” the authors write.

Sensitization to egg was observed in 10.8% of the children in the egg group vs 15.1% of the controls (aRR, 0.77; 95% CI, 0.54 – 1.10; P = .15). Between randomization and 1 year of age, eczema occurred in 10.7% of the children in the egg group and 11.9% of the controls (aRR, 0.84; 95% CI, 0.57 – 1.23; P = .37).

Two infants in the egg group and one in the control group developed anaphylaxis in response to the raw egg challenge at 12 months. However, there were no anaphylactic responses to the egg powder used in the study. In addition, of all 65 infants in either group who had an allergic response to raw egg challenges, 60 were consuming baked or cooked eggs with no problems. “This highlights a key public health message: that egg introduction at 4-6.5 months of age for infants without eczema is safe to do so at home without the need for prior egg sensitization testing.”

In a per-protocol analysis, 9 of 305 infants in the egg group (3%) and 31 of 312 infants in the control group (9.9%) had IgE-mediated egg allergy at 12 months of age (aRR, 0.32; 95% CI, 0.16 – 0.65; P = .002). However, more children in the egg group than the control group were excluded from the per-protocol analysis because of a perceived adverse reaction (P = .02) or a confirmed allergic reaction (P = .0004) to the study powder.

The authors note that the small difference in the timing of introduction between the two groups (4 to 6 months vs 10 months) may have been too short to show a contrast in allergic response. In the LEAP trial, peanuts were introduced to the intervention group at 4 to 11 months of age, compared with 5 years of age for the control group. However, the researchers note they were trying to reproduce the common practice of introducing eggs at about 10 months of age. Also, an earlier study showed that waiting until after 10 months of age was associated with a higher risk for egg allergy.

The authors have disclosed no relevant financial relationships.

Η στενή σχέση που δημιουργεί ο πατέρας με το παιδί του, όσο αυτό είναι ακόμα βρέφος, μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο να εμφανίσει το παιδί προβλήματα συμπεριφοράς στη μετέπειτα ζωή του, υποστηρίζει νέα έρευνα.

Βρετανοί ερευνητές παρατήρησαν περίπου 200 οικογένειες και ανακάλυψαν ότι τα παιδιά των οποίων οι πατεράδες αφιέρωναν χρόνο σε αυτά, ενώ ήταν ακόμα 3 μηνών, εμφάνισαν πολύ λιγότερα προβλήματα συμπεριφοράς όταν έγιναν 1 έτους.

Ο συσχετισμός ανάμεσα στα υψηλά επίπεδα ενασχόλησης του μπαμπά και τα λιγότερα μετέπειτα προβλήματα συμπεριφοράς ήτανισχυρότερος στα αγόρια. Αυτό, σύμφωνα με τους επιστήμονες, δείχνει ότι τα αγόρια είναι πιο ευαίσθητα στην επιρροή που δέχονται από τον πατέρα τους, ήδη από πολύ μικρή ηλικία.

«Δεν ξέρουμε ακόμα αν οι πατεράδες που είναι πιο απόμακροι και ασχολούνται λιγότερο προκαλούν πραγματικά προβλήματα συμπεριφοράς στα παιδιά, αλλά με την έρευνα αυτή αυξάνεται η πιθανότητα οι πρώιμες αυτές αλληλεπιδράσεις να παίζουν σημαντικό ρόλο στον χαρακτήρα του παιδιού», ανέφερε σχετικά ο επικεφαλής της έρευνας Dr. Paul Ramchandani.

Τα προβλήματα συμπεριφοράς είναι το πιο κοινό ψυχολογικό ζήτημα των παιδιών, και εκφράζονται με διάφορους τρόπους κατά την διάρκεια της εφηβείας και της ενήλικης ζωής, όπως οι μέτριες σχολικές επιδόσεις, η παραβατική συμπεριφορά, η δυσκολία απόκτησης φιλικών σχέσεων και η κακή πνευματική και ψυχική υγεία, λένε οι ειδικοί.

Τα νέα αυτά ευρήματα της έρευνας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η προσπάθεια των πατεράδων να προσεγγίζουν τα παιδιά τους ήδη από την βρεφική ηλικία μπορεί να βοηθήσει στο να μην εμφανίσουν προβλήματα συμπεριφοράς.

Όπως επισημαίνει ο Ramchandani «εστιάζοντας στους πρώτους μήνες του μωρού είναι σημαντικό, καθώς αυτή είναι μία σημαντική περίοδος για την ανάπτυξή του και το μωρό είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στα ερεθίσματα που δέχεται από το περιβάλλον του. Ένα τέτοιο ερέθισμα είναι και η ποιότητα της γονικής φροντίδας και αλληλεπίδρασης».

Και καταλήγει: «Όπως γνωρίζει ο κάθε γονιός, η ανατροφή των παιδιών δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η έρευνά μας σκοπό έχει να ενισχύσει την άποψη ότι ο ρόλος των γονιών είναι σημαντικός ακόμα στα πολύ αρχικά στάδια της ζωής του παιδιού και μπορεί να επηρεάσει, θετικά ή αρνητικά, την μετέπειτα ανάπτυξή του».

Σε καμία περίπτωση, βέβαια, δεν στοχεύει η έρευνα αυτή να παρουσιάσει μία σχέση αιτίας-αποτελέσματος στο ζήτημα της επαφής των πατεράδων με τα μωρά τους.


Είναι σημαντικό για τους γονείς και τα νεογνά το δέσιμο. Ενώ η διαδικασία ορισμένες φορές φαίνεται να συμβαίνει φυσιολογικά, συχνά χρειάζεται πολύ χρόνο και προσπάθεια.

Tο ίδρυμα Nemours υποδεικνύει τρόπους να βοηθήσουμε τους γονείς να συνδεθούν με το νέο μέλος της οικογένειας.

Κουνήστε το μωρό και χαϊδέψτε το απαλά χρησιμοποιώντας διαφορετικές κινήσεις χεριού.

Τραγουδήστε και διαβάστε του.

Μιμηθείτε τις κινήσεις και τους ήχους του.

Αφήστε το μωρό να αισθανθεί το πρόσωπό σας.

Κουβαλήστε το μωρό σε μάρσιπο καθώς κάνετε τις συνήθεις δραστηριότητες.

Πηγές: ίδρυμα Nemours.

Το στρες είναι γεγονός στη ζωή και τα παιδιά δεν είναι λιγότερο άτρωτα από τους γονείς τους.

Πώς μπορούμε να αναγνωρίσουμε αν το παιδί μας έχει στρες; Η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιάτρων αναφέρει τα ακόλουθα προειδοποιητικά σημάδια.

Τα σωματικά προβλήματα, όπως πόνος στο στομάχι και πονοκέφαλος.
Το να φαίνεται κάποιος ανήσυχος ή κουρασμένος.
Το να φαίνεται το παιδί θλιμμένο και να μην επιθυμεί να μιλήσει για τα αισθήματά του.
Το χάσιμο του ενδιαφέροντος σε δραστηριότητες και η επιθυμία να μένει στο σπίτι.
Όταν τα παιδιά είναι οξύθυμα ή αρνητικά.
Η μικρότερη συμμετοχή στο σχολείο, πιθανώς περιλαμβανομένων των βαθμών που πέφτουν.
Η αντικοινωνική συμπεριφορά ή η αυξανόμενη εξάρτηση από τους γονείς.
Πηγές: Αμερικανική Ακαδημία Παιδιάτρων.

Αφορά περίπου το 8% του μαθητικού πληθυσμού

Η πλειονότητα των παιδιών έχει γενικά μία θετική στάση προς το σχολείο. Ορισμένα όμως παιδιά νιώθουν έντονους και αδικαιολόγητους φόβους για το σχολικό περιβάλλον. Το νευρωσικό αυτό σύνδρομο γνωστό ως σχολική φοβία μπορεί να εκδηλωθεί σε οποιαδήποτε φάση της σχολικής ζωής και αφορά περίπου το 8% του μαθητικού πληθυσμού. Η φοβία συνήθως εμφανίζεται στη Β΄ τάξη του δημοτικού και επηρεάζει περισσότερο τα κορίτσια.

Δεν πρέπει να συγχέουμε τη σχολική φοβία με τις αρνητικές αντιδράσεις που εκδηλώνει το παιδί όταν πηγαίνει για πρώτη φορά στο σχολείο. Ο φόβος για το άγνωστο στην αρχή της σχολικής ζωής είναι απολύτως φυσιολογικός και η άρνηση του παιδιού να πάει σχολείο συνήθως υποχωρεί μετά από λίγο χρονικό διάστημα. Ούτε όμως πρέπει να θεωρούμε κάποιους πραγματικούς και συγκεκριμένους φόβους που εκδηλώνει το παιδί για το σχολείο ως φοβία , όπως ο φόβος για κάποιο συμμαθητή του που το κακομεταχειρίζεται ή ο φόβος για κάποιο διαγώνισμα.

Η σχολική φοβία χαρακτηρίζεται από έντονο ψυχικό άγχος για το σχολείο που δεν δικαιολογείται από τα πραγματικά γεγονότα και εκφράζεται ως απέχθεια προς το σχολικό περιβάλλον. Στις επόμενες ηλικίες πιθανότατα θα εκδηλωθεί ως φυγή από επαγγελματικές και άλλες υποχρεώσεις και ευθύνες.

Η φοβία για το σχολείο μπορεί να εκδηλωθεί με ποικίλους τρόπους:

– απροθυμία, διστακτικότητα ή και κατηγορηματική άρνηση του παιδιού να πάει στο σχολείο
– συμπτώματα αντικοινωνικής συμπεριφοράς λίγο πριν φύγει το παιδί για το σχολείο όπως εκρήξεις θυμού, επιθετικότητα
– άρνηση του παιδιού να φάει το φαγητό του ή ιδιοτροπίες στο φαγητό του
– ψυχοσωματικές διαταραχές όπως πονοκέφαλοι, στομαχόπονοι, εμετοί, ενούρηση, εγκόπρηση, νυχτερινοί εφιάλτες
– πολλές δικαιολογίες που προβάλλει το παιδί για να μην πάει σχολείο, όπως ότι ο δάσκαλος είναι κακός, τα μαθήματα είναι βαρετά και δύσκολα, οι συμμαθητές του δεν το θέλουν, γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Γενικότερα τα παιδιά που είναι πιο επιρρεπή στο να απουσιάζουν από το σχολείο είναι τα παιδιά που είναι φοβισμένα και συνεσταλμένα όταν είναι έξω από το σπίτι και μακριά από τους δικούς τους. Ωστόσο εκδηλώνουν εντελώς αντίθετη συμπεριφορά μέσα στο σπίτι. Είναι πολλές φορές πεισματάρικα και απαιτητικά με τους γονείς τους και έχουν μεγάλη ισχυρογνωμοσύνη. Το κύριο χαρακτηριστικό των παιδιών που αρνούνται να πάνε στο σχολείο είναι το έντονο άγχος καθώς πιστεύουν ότι δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν σε διάφορες καταστάσεις που θα αντιμετωπίσουν εκτός σπιτιού.

Βασική αιτία της σχολικής φοβίας θεωρείται πως είναι η εκδήλωση ενός μόνιμου άγχους αποχωρισμού. Γενικότερα το παιδί από την αρχή της ζωής του αναπτύσσει μία σταθερή συναισθηματική σχέση (προσκόλληση) αρχικά με τη μητέρα του και αργότερα με τα άλλα πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντός του.

Δύο χαρακτηριστικές αντιδράσεις προσκόλλησης είναι το άγχος προς τα ξένα πρόσωπα που εμφανίζεται περίπου στον 7ο μήνα και σταδιακά υποχωρεί ως τον 15ο μήνα και το άγχος του αποχωρισμού που νιώθει το παιδί όταν αποχωρίζεται το πρόσωπο με το οποίο έχει αναπτύξει προσκόλληση που εμφανίζεται γύρω στον 11ο μήνα και εξαφανίζεται περίπου στον 18ο μήνα.

Στις οικογένειες που η μητέρα είναι υπερπροστατευτική, το παιδί δεν ενθαρρύνεται να γίνει αυτόνομο και να αποκτήσει πρωτοβουλίες με αποτέλεσμα να εξαρτάται έντονα από τη μητέρα του. Σε μία τέτοια σχέση αλληλεξάρτησης μεταξύ μητέρας και παιδιού ,το άγχος του αποχωρισμού αντί να εξαφανιστεί μετά τον 1 ½ πρώτο χρόνο ζωής του παιδιού, γίνεται μόνιμο και συνεχώς αυξάνεται.

Η ένταξη του παιδιού στο σχολείο αποτελεί απειλή για αυτή την ιδιαίτερη σχέση μητέρας -παιδιού, με αποτέλεσμα τόσο η μητέρα όσο και το παιδί να νιώθουν έντονο άγχος και ανασφάλεια.

Η υπερπροστατευτική μητέρα στη σκέψη πως το παιδί θα φύγει μακριά της νιώθει μοναξιά και ψυχικό κενό και κρατάει το παιδί συναισθηματικά δέσμιο και στην ουσία αποθαρρύνει το παιδί της να πάει στο σχολείο αφού δέχεται με προθυμία οποιαδήποτε κατάσταση βοηθήσει το παιδί της να παραμείνει στο σπίτι. Ανάλογη είναι και η αντίδραση του εξαρτημένου παιδιού.

Το άγχος του αποχωρισμού λοιπόν μετατοπίζεται από το πραγματικό πρόβλημα που είναι η απομάκρυνση από το σπίτι και τη μητέρα σε ένα ουδέτερο αρχικά ερέθισμα που είναι το σχολείο με αποτέλεσμα το παιδί να εκδηλώνει σχολική φοβία. Η φοβία αυτή έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να εκδηλωθεί όταν συνυπάρχουν και δυσμενείς συνθήκες στο σχολείο (αυστηρός δάσκαλος, τάξεις με πολλά παιδιά).

Η σχολική φοβία χρειάζεται να αντιμετωπιστεί με μία πολύπλευρη και συντονισμένη θεραπευτική αγωγή που να περιλαμβάνει διορθωτική διδασκαλία αλλά και κατάλληλη συμβουλευτική και ψυχοθεραπεία που θα απευθύνονται τόσο στο ίδιο το παιδί όσο και στα άλλα πρόσωπα του άμεσου ή έμμεσου περιβάλλοντος του.


Drawing from research and personal experience, Christine Carter — a sociologist, happiness expert, and director of UC Berkeley’s Greater Good Parents program — shares insights on how practicing gratitude, not just at Thanksgiving but year-round, can make for happier families.

Q. Aren’t we born grateful? Why do kids need to learn this?

A. No. Most of us are actually born feeling entitled to our parents’ care. That means that if we don’t teach kids gratitude and practice it with them, they grow up feeling entitled, and entitlement does not lead to happiness. On the contrary, it leads to feelings of disappointment and frustration. In contrast, gratitude makes us happy and satisfied with our lives.

Q. What are the best ways to teach kids to appreciate what they have?

A. Simply counting your blessings in a routine way works wonders. In my family, we talk about what we are grateful for at dinnertime. Again at bedtime, my kids tell me about their “3 good things” that happened during the day.

Q. What changes have you seen in kids who practice gratitude?
A. Studies of adults and college students show positive outcomes from consciously practicing gratitude. My own experience with children has been that they become kinder, more appreciative, more enthusiastic and just generally happier.

Q. Isn’t selfishness part of childhood and adolescence? What challenges do kids face when learning to express gratitude?

A. Let’s talk about teenagers. Their unique developmental task is to individuate — in other words, to break away from their parents (those pesky folks who are just looking for a little appreciation). Their main goal is to get their parents to recognize their wisdom and their independence. And herein lies the problem. Whenever teens follow their parents’ instructions for practicing gratitude, they are, in effect, setting themselves up to stay beholden to their parents and other authority figures, which does’t feel good. But that doesn’t mean that we should give up on teaching our teens to feel and express more gratitude in their lives. Here are five tips on how to help teens express gratitude.

Q. What are you grateful for this Thanksgiving?

A. Every morning I look out my bedroom window at the Campanile and the San Francisco Bay, and I just have to pinch myself. The past few years have been really challenging, but they’ve also shown me that overcoming difficulties can lead to great gratitude. I have two amazing children, dedicated and healthy parents who live nearby, a loving partner who makes me laugh, and truly fulfilling work. Hard to beat all that.

Christine Carter’s blog, “Raising Happiness,” can be found on the Greater Good website.

By Yasmin Anwar, Media Relations | November 22, 2010

Η κατανόηση δύο ή πολλών γλωσσών μπορεί να αυξήσει την ευφυία, σύμφωνα με το νέο ρεύμα επιστημονικής σκέψης.

Η ικανότητα να μιλάμε περισσότερες από μία γλώσσα δεν αποτελεί μονάχα ένα προσόν που βελτιώνει το βιογραφικό μας αλλά μας καθιστά και πιο έξυπνους, σύμφωνα με τα συμπεράσματα διάφορων επιστημονικών μελετών που έχουν διενεργηθεί κατά τα τελευταία χρόνια. Επιπλέον, η πολυγλωσσία μπορεί να έχει ποικίλες ευεργετικές συνέπειες στον εγκέφαλό μας, βελτιώνοντας γνωστικές ικανότητες, άσχετες με τη γλώσσα, και συντελώντας στην άμυνα του οργανισμού κατά ασθενειών όπως η γεροντική άνοια.

Αυτή η νέα αντίληψη περί πολυγλωσσίας έρχεται να αναιρέσει την κατανόηση που είχαμε κατά το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα, οπότε η γνώση έστω και δεύτερης γλώσσας θεωρούνταν παρεμβολή στις γνωστικές λειτουργίες ενός παιδιού και εμπόδιο την ακαδημαϊκή και πνευματική του πρόοδο.

Η δεύτερη γλώσσα όντως λειτουργεί ως παρεμβολή, καθώς τα δύο γλωσσικά συστήματα είναι «ενεργά» ταυτόχρονα ενόσω μιλάμε, έστω κι αν χρησιμοποιούμε μόνον μία γλώσσα. Πρόσφατες μελέτες όμως υποδεικνύουν ότι στην πραγματικότητα η διγλωσσία περισσότερο βοηθά παρά υποσκάπτει την ανάπτυξη των παιδιών, καθώς υποχρεώνει τον εγκέφαλο να «γυμνάζεται» προκειμένου να επιλύσει αυτή την εσωτερική σύγκρουση.

Σύμφωνα με μία μελέτη του 2004, δίγλωσσα παιδιά προσχολικής ηλικίας αποδείχθηκαν ικανότερα στην επίλυση προβλημάτων προσαρμοστικής λογικής από μονόγλωσσους συνομηλίκους τους. Τα συμπεράσματα άλλων, παρόμοιων μελετών, δείχνουν ότι οι εγκέφαλοι δίγλωσσων ή πολύγλωσσων παιδιών έχουν την ικανότητα να εγκλιματίζονται συντομότερα σε αλλαγές και να εκτελούν ταχύτερα και καλύτερα διάφορες σύνθετες λειτουργίες, όπως ο προσχεδιασμός και η επίλυση προβλημάτων.

Μέχρι πρόσφατα, υποθέταμε ότι τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των δίγλωσσων οφείλονταν στην ικανότητά τους να απομονώνουν δεδομένα λόγω της εξάσκησής τους στο να μπλοκάρουν τη δεύτερη γλώσσα. Τελευταία όμως, οι εντυπωσιακές επιδόσεις δίγλωσσων σε ασκήσεις που δεν απαιτούν τέτοια παρεμπόδιση έχουν σημάνει μία στροφή στην εκτίμηση των επιστημόνων, που πλέον αποδίδουν σε δίγλωσσους ανώτερη ικανότητα παρακολούθησης του περιβάλλοντός τους, προσόν που απορρέει από την ανάγκη να «παρακολουθούν» τη συχνή αλλαγή γλώσσας που χρησιμοποιούν.

Η γνώση μίας δεύτερης γλώσσας δύναται μάλιστα να είναι πολύτιμη και σε προχωρημένη ηλικία, ενώ οι ευεργετικές επιπτώσεις εμφανίζονται και σε αυτούς που ξεκίνησαν μαθήματα μετά τα παιδικάτα τους. Σύμφωνα με μία μελέτη που οργανώθηκε από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, υπερήλικες με μετρημένα ανεπτυγμένη διγλωσσία αποδείχθηκαν καλύτερα ανθιστάμενοι σε ασθένειες όπως το Αλτζχάιμερ και η άνοια, συγκριτικά με ηλικιωμένους με υποδεέστερη κατανόηση δεύτερης γλώσσας, μειώνοντας την πιθανότητα να νοσήσουν και καθυστερώντας την εμφάνιση της πάθησης.

Ο Σύλλογος Διδασκόντων σε συνεργασία με το Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων του 3ου ΓΕΛ Καβάλας διοργανώνει εκδήλωση-ομιλία με θέμα «Η σχολική βία. Ψυχιατρικές, κοινωνικές, οικογενειακές συνιστώσες», την Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012, ώρα 18.30 στην αίθουσα πολλαπλών εκδηλώσεων του Σχολείου. Ομιλητής ο Ψυχίατρος του «Κέντρου Ψυχικής Υγείας» Αγίου Λουκά του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Καβάλας κ. Εμμανουήλ Πατελάρος. Οι δύο Σύλλογοι καλούν τους γονείς και κηδεμόνες των μαθητών του 3ου Γενικού Λυκείου Καβάλας, αλλά και κάθε ενδιαφερόμενο πολίτη της Καβάλας, να τιμήσουν με την παρουσία τους την εκδήλωση που στοχεύει στην ενημέρωση, ευαισθητοποίηση και αντιμετώπιση ενός κοινωνικού προβλήματος που τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να γίνεται αντικείμενο προσοχής, συζήτησης και μελέτης και στην Ελλάδα. H εκδήλωση τελεί υπό την αιγίδα της Δ/νσης Δ/θμιας Εκπ/σης Περιφ/κής Ενότητας Καβάλας.


Περίπου 300 παιδιά νοσούν ετησίως στη χώρα μας

Τρία στα τέσσερα παιδιά που πάσχουν από καρκίνο μπορούν να θεραπευθούν, αρκεί να υπάρχει έγκαιρη διάγνωση και εξειδικευμένη αντιμετώπιση.

Το μήνυμα αυτό σε συνδυασμό με την αξία του εθελοντισμού αποκτά ιδιαίτερη σημασία, αν αναλογιστεί κανείς ότι στον κόσμο, κάθε χρόνο, 250.000 παιδιά νοσούν από καρκίνο, από τα οποία μόνο ποσοστό 20% έχει δυνατότητα πρόσβασης σε σωστή ιατρική φροντίδα. Στη χώρα μας υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο νοσούν 280 – 300 παιδιά. Το 70% από αυτά με εξειδικευμένη θεραπεία κερδίζει τη μάχη για ζωή.

Τα παραπάνω βρέθηκαν στο επίκεντρο της εκδήλωσης που πραγματοποίησαν ο Όμιλος ΥΓΕΙΑ σε συνεργασία με το Σύλλογο Γονέων Παιδιών με Νεοπλασματική Ασθένεια «ΦΛΟΓΑ», με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά του παιδικού καρκίνου.

Η συντονίστρια της εκδήλωσης, Αναπλ. Καθηγήτρια Παιδιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών και Επιστημονική Διευθύντρια του Παίδων ΜΗΤΕΡΑ κ. Ευαγγελία Λαγκώνα, τόνισε τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης του καρκίνου στα παιδιά και της σωστής αντιμετώπισής του από εξειδικευμένη διεπιστημονική ομάδα, προκειμένου να επιτευχθεί ο τελικός στόχος, η ίαση.

Αναφέρθηκε, επίσης, στον ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο του παιδιάτρου- ογκολόγου, τόσο στο έργο της συνολικής υποστήριξης όσο και της στήριξης της οικογένειας. Τέλος, εξήρε το έργο της «ΦΛΟΓΑΣ», που βασιζόμενη στην εθελοντική προσφορά των μελών της και την υποστήριξη των ευαισθητοποιημένων συνανθρώπων μας, αγωνίζεται για την καλύτερη ποιότητα ζωής των παιδιών με καρκίνο, αγκαλιάζοντας τόσο τα ίδια τα παιδιά όσο και ολόκληρη την οικογένεια.

Μιλώντας για την αξία του εθελοντισμού η Πρόεδρος του Συλλόγου «ΦΛΟΓΑ» κα Μαρία Τρυφωνίδη, επεσήμανε ότι «Ο εθελοντισμός είναι στάση και φιλοσοφία ζωής, ένα εργαλείο για την ολοκλήρωση της προσωπικότητάς μας και τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής μας, με ισότιμα οφέλη τόσο γι αυτόν που προσφέρει όσο και γι αυτόν που δέχεται την προσφορά. Η «ΦΛΟΓΑ» είναι μια ζωντανή απόδειξη του τι μπορεί να πετύχει ο εθελοντισμός.

Σήμερα, 30 χρόνια μετά, σταθεροί στους αρχικούς μας στόχους, έχουμε πετύχει ένα πολύ σημαντικό έργο για τη βελτίωση των συνθηκών νοσηλείας των παιδιών μας, και το οφείλουμε στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον που αγκάλιασε την προσπάθειά μας».

Η Διευθύντρια Ογκολογικού Τμήματος του Νοσοκομείου Π.Α. Κυριακού κα Ελένη Βασιλάτου-Κοσμίδη υπογράμμισε ότι «Ο καρκίνος στο παιδί είναι σπάνια νόσος που αποτελεί < 1% των περιπτώσεων καρκίνου στον άνθρωπο. Είναι μια σπάνια νόσος που κάθε χρόνο προσβάλλει 14 παιδιά ανά 100.000 παιδιά < 15 χρόνων και 20 εφήβους ανά 100.000 εφήβους ηλικίας 15-19 χρόνων. Η νόσος δεν μπορεί να προληφθεί με πληθυσμιακούς ελέγχους και οδηγίες, γι αυτό η προσπάθεια κατευθύνεται στην έγκαιρη διάγνωση. Παρά την σπανιότητα, ευθύνεται για το 10% των θανάτων των παιδιών μετά τον πρώτο χρόνο της ζωής τους αλλά γενικά τρία από τα τέσσερα παιδιά που νοσούν, θεραπεύονται». Πηγή: ygeianews


Parenting tips

Here are a few tools taken from Jane Nelsen’s “52 Positive Discipline Tool” Cards that help during “flipped lid” moments:

*+ Hugs –* When your child flips her lid, a hug may be the last thing you want to offer. But it might be the thing she needs most. The mirror neurons in her brain are hard-wired to assess the emotional state of the people around her and influence how she’ll react. When her brain picks up on the loving composure in a hug, its chemistry begins to return to a calm state. If your child is not ready for a hug when she’s immediately upset, just let her know you’re available and would love a hug when she is ready. See what happens!

*+ Focus on Solutions –* This is for when you’re about to flip your lid. Yes, there’s a huge mess on the floor. Yes, your two-year-old is bothering his older (and now very annoyed) sibling again. Yes, someone lost an important item again, or someone else is dawdling to get ready…again. But rather than get mad and yell (again), focus on practical solutions to these problems. Instead of thinking, “What can I to do to get through to you?” think, “What can I do to help you succeed with this? What solutions can we come up with?”

*+ Positive Time Out –* This is perfect for when either you or your child has a flipped lid. Before addressing your child, take a positive timeout for yourself to calm down and restore your brain chemistry. The problem-the one that triggered your flipped lid-will still be there, ready to be addressed when you’re feeling better. With time and practice, you can also teach your child how and when to take a positive time-out for himself, so he can learn how to calm down before doing or saying anything inappropriate.

As emotionally responsive parents, we help our children develop efficient communication between their emotional brains and their rational brains, though this is not easy! In the face of a highly emotional “flipped lid” (our own or our child’s), it is most helpful if we remember that the reaction is not personal or purposeful; it’s simply the normal result of our brain chemistry and just needs some loving restoration.

Next »